Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Στα Public Λεμεσού λίγο πριν από τα Χριστούγεννα

Τα Public Λεμεσού με φιλοξένησαν πριν τρεις βδομάδες προσφέροντάς μου μια συναρπαστική ευκαιρία να γνωρίσω καινούργιους ανθρώπους, να κουβεντιάσω με το αναγνωστικό κοινό και να υπογράψω βιβλία. Και ήθελα τόσο πολύ να αναρτήσω μερικές φωτογραφίες με φίλους που συνάντησα, αλλά δυστυχώς για τεχνικούς λόγους δεν ήταν αυτό εφικτό τις μέρες που πέρασαν. Η καρδιά του υπολογιστή μου σταμάτησε να κτυπά, μαζί και η δική μου! Ενώ έγραφα το καινούργιο μου μυθιστόρημα, ξεψύχησε ακαριαία. Το μυαλό και η ψυχή μου που είχαν μετακομίσει μερικώς σ’ ένα μηχάνημα, αγνοείτο η τύχη τους. Γιατί ως συνήθως είμαι αμελής και δεν φυλάω τα κείμενά μου. Τώρα, με τη βοήθεια της τεχνολογίας είμαι και πάλιν αρτιμελής, και μπορώ να σας γράφω.

Είναι ευχής έργο αν οι άνθρωποι καταφέρουν αυτές τις δύσκολες μέρες που περνάμε να βρουν τα χαμένα όνειρα και ιδανικά τους στις σελίδες ενός βιβλίου. Γι αυτό φίλοι μου τα Χριστούγεννα χαρίστε στους φίλους σας μικρούς και μεγάλους βιβλία, είναι ένα ωραίο δώρο, βοηθά την φιλαναγνωσία και είναι και οικονομικό!




Με τη συγγραφέα Θάλεια Κουνούνη και την Κλεάνθη Αναστασιάδη των καταστημάτων Public


 
Με την Άντρη Παπανικολάου

Με την πολύ καλή μου φίλη Έλενα Κωνσταντή
  
 
 



Με τη συγγραφέα Μαρία Στυλιανού των εκδόσεων Αναζητήσεις


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Πρόσκληση



Αγαπημένοι φίλοι της Λεμεσού, θα χαρώ πολύ αν στις 19 Νοεμβρίου μεταξύ 12- 3μ.μ. συναντηθούν οι δρόμοι μας στο Public για μια γνωριμία.

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

"Έτσι θέλω να θυμάμαι" του Πρέσβη ε.τ. Δρα. Ανδρεστίνου Ν. Παπαδόπουλου

Χτες Κυριακή 27 Οκτωβρίου είχα τη χαρά και την τιμή να παρουσιάσει το βιβλίο μου Έτσι θέλω να θυμάμαι  ο Πρέσβης  ε.τ. Δρας Ανδρεστίνος Ν. Παπαδίπουλος στην εφημερίδα Πολίτης. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας αυτό το εμπνευσμένο δημοσίευμα.


 «Έτσι θέλω να θυμάμαι»


Το μυιθστόρημα της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου

του Πρέσβη ε.τ. Δρα. Ανδρεστίνου Ν. Παπαδόπουλου





Τρείς γραμμές με τα “λίγα λόγια” της εισαγωγής σε θέτουν άμεσα μπροστά στο κοινωνικό φαινόμενο που εξ’ αντικειμένου απασχολεί την συγγραφέα - τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας μιγάς. Αυτά την ωθούν να το κυκλώσει λογικά για να εξηγήσει συναισθηματικά το ασύμμετρο και το παράλογο, αλλά και λογοτεχνικά, προβάλλοντας τις διάφορες εκφάνσεις του που συνοψίζονται στο κατά πόσο μπορούμε να διαλέξουμε το φύλο, την εθνικότητα και το χρώμα μας.



Το μυθιστόρημα παραπέμπει σε μια Οιδιπόδεια τραγωδία με πρωταγωνιστές τον Μάικλ και την Μέλα. Βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα να πραγματοποιεί απόλυτα την ατομική του μοίρα, ένα υποβλητικό κράμα απροσμέτρητης ευαισθησίας, σκεπτικισμού, βίαιων παθών, λυτρωμένων αποκλειστικά με την δημιουργία. Με ωραίες εικόνες γίνεται η περιγραφή των ανθρώπινων χαρακτήρων με συναισθηματικές και τραγικές μεταπτώσεις που μεταβάλλουν την χαρά σε λύπη, το γέλιο σε κλάμα και την αγάπη σε μίσος. Βλέπουμε μέσα από την αμφίρροπη προδοσία της αγάπης τον διχασμό ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, την ηδονή των αισθήσεων και τη εγκράτεια, σαν απόηχο του άπειρου και του πεπερασμένου.



Όπως ο γλύπτης σμιλεύει το δημιούργημά του για να το κάνει τέλειο, έτσι και η συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λεπτομέρεια στην περιγραφή για να προβάλει τους χαρακτήρες και το περιβάλλον τους – και όχι μόνο. Το μυθιστόρημα είναι μεστό διδαγμάτων, που αποτελούν την πεμπτουσία του πνευματικού, πρωταρχικού και θεμελιώδους αγαθού του ανθρώπου, που είναι η πληρέστερη συνείδηση του στοχασμού μέσα στη χρονικότητα, η προσπάθεια της ζωής να ουσιωθεί, η κατά λόγον γνώση σε τελευταία ανάλυση. Γενικά, στο μυθιστόρημα της Γιόλας συναντούμε τα πολιτισμικά στοιχεία της ποικιλίας, της αρμονίας, του μέτρου, του «μηδέν άγαν», της ενότητας και της συνοχής, ενώ ταυτόχρονα διακατέχεται από μια νοσταλγική διάθεση που αποπνέει το μύρον μιας μυστηριακής ατμόσφαιρας. Οι σκέψεις της δεν διατυπώνονται ενδιάθετα, αλλά προβάλλονται ρωμαλέα σ’ αυτό το ευρώστου κάλλους έργο, που υψώνεται σαν μια ωραία δημιουργία πνευματικών απεικασμάτων και ταυτόχρονα μας συγκινεί με το αξιολογικό του περιεχόμενο και την καλλιτεχνική έκφραση του λόγου. Έχει τον παλμό και την ένταση πηγαίου βιώματος.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Τα ξέδετα κορδόνια

Στις 27 Σεπτεμβίου 2011 ο Όμιλος Φίλων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Στροβόλου και οι Εκδόσεις Πάργα τίμησαν τη συγγραφέα παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας Κίκα Πουλχερίου για τα 35 χρόνια εκδοτικής παρουσίας. Σε αυτή τη γιορτή είχα την χαρά να παρουσιάσω το τελευταίο της βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη Τα ξέδετα κορδόνια. Σας μεταφέρω την ομιλία μου όπως έγινε.

Για την Κίκα Πουλχερίου το γράψιμο είναι τρόπος ζωής. Στα τριανταπέντε χρόνια δημιουργικής δράσης στην Παιδική και νεανική λογοτεχνία έχει καταπιαστεί επάξια με όλα τα είδη πεζογραφίας (διήγημα, μυθιστόρημα, παραμύθι και θέατρο) έχει στο ενεργητικό της περισσότερα από είκοσι βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν αποσπάσει διακρίσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Υπήρξε καταξιωμένη δασκάλα και διευθύντρια στη δημοτική εκπαίδευση. Αυτή της η ιδιότητα τη βοηθά να διεισδύει στο χώρο σκέψης και ψυχισμού του παιδιού και να αποτυπώνει εύστοχα τις ιστορίες της. Για δεκατρία χρόνια υπηρέτησε τον Σύνδεσμο Παιδικού Νεανικού Βιβλίου (1993-2006) δίνοντας έντονη την παρουσία της στην ανέλιξη της Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας του τόπου. Το έργο της Κίκας Πουλχερίου υποβλήθηκε από τους επίσημους φορείς ως υποψήφιο για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Ο καθαρός τρόπος γραφής της, η γλωσσική αρτιότητα, η κριτική στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις και η διεισδυτική ματιά στα γεγονότα είναι τα χαρακτηριστικά των έργων της Κίκας που το έχουν κάνει να αγαπηθεί από μικρούς και μεγάλους τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Απευθύνεται συνήθως σε παιδιά και έφηβους, πάντα όμως διαβάζεται με ευχαρίστηση και από ενήλικες. Εμπνέεται συνήθως από προσωπικές ιστορίες αλλά και από το περιβάλλον. Τα θέματα που πραγματεύεται είναι καθημερινά και πανανθρώπινα.



«Τα ξέδετα κορδόνια» από τις Εκδόσεις Πατάκη, είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα της συγγραφέως που μέσα σε 109 σελίδες αποτυπώνει σκέψεις, προβληματισμούς, σχέσεις παιδιών στο σχολείο, συγκρούσεις, φιλίες ακόμα και νεανικούς έρωτες των μικρών ηρώων. Με πολύ εύστοχο τρόπο προσεγγίζει το θέμα των φυλετικών διακρίσεων, ένα κοινωνικό θέμα που ταλανίζει πολύ συχνά τη σημερινή εποχή.



Ο πολύ πετυχημένος τίτλος «Τα ξέδετα κορδόνια» εκφράζει μια αίσθηση ελευθερίας, ανεμελιάς ή και μιας μικρής επανάστασης απέναντι στα «πρέπει» των μεγάλων. «Στέφανε, Στέφανε, δέσε τα κορδόνια σου! Θα πέσεις» μου φωνάζει η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά, ο παππούς, ακόμα και η μικρή μου αδερφή η Λίλη. Όλο δέσε τα κορδόνια σου, δεν ξέρω τι τους έχει πιάσει όλους κι όμως να που εγώ δεν πέφτω, έχω εξασκηθεί να περπατάω με ξέδετα κορδόνια».

Ο Στέφανος είναι το παιδί «σπασίκλας» που του αρέσει το διάβασμα και καταφεύγει συχνά σε προβληματισμούς για τη ζωή, αλλά δεν του αρέσει η γυμναστική, το βρίσκει εντελώς ανόητο να τρέχει πίσω από μια μπάλα. Προκειμένου να αποφύγει το παιγνίδι σκαρφίζεται κοιλόπονους κι ένα σωρό άλλες δικαιολογίες.

Ο Αλέξανδρος είναι εντελώς αντίθετος χαρακτήρας, είναι ο πιο άτακτος της τάξης, έχει μαγκιά και όλοι τον παραδέχονται. Ανάμεσά τους υπάρχει μια ανταγωνιστικότητα επικράτησης. Αυτό θα φανεί όταν μια μέρα παρουσιάστηκε στην τάξη η νέα μαθήτρια «Τη λένε Λαρίσα Παβλόβ και είναι από τη Ρωσία. Δεν ξέρει καλά ελληνικά και θα την βοηθήσουμε όλοι μαζί να μάθει σύντομα» ανακοίνωσε η κυρία Φανή, η δασκάλα. Τότε τα παιδιά γέλασαν. Εδώ η συγγραφέας δίνει με εύστοχες ατάκες το κλίμα που επικρατεί στην μικρή κοινωνία των παιδιών με τις ρατσιστικές διαθέσεις, τις μικρές κακίες, τις ζήλιες και τους παραλογισμούς. «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η Λαρίσα» αποφάσισε ο Αλέξανδρος. Ο Στέφανος στην αρχή δεν μίλησε, άρχισε να την περιεργάζεται, είναι ψηλή, ξανθή, και το πρόσωπό της χλωμό σαν να μην είχε πάει ποτέ στη θάλασσα για να τη μαυρίσει ο ήλιος. Φαινόταν αλλιώτικη από τα κορίτσια που ήξερε μέσα στο λευκό της φόρεμα με εκείνο το δαντελένιο γιακαδάκι και τα σκούρα γαλάζια μάτια. Θέλει να πει στον Αλέξανδρο πως σ’ αυτόν αρέσει, αλλά φοβάται μην του πει πως την αγαπάει κιόλας. Ενώ αντίθετα η Ίριδα θα πει «Αυτή η Λαρίσα είναι ένας βλάκας και μισός».

Και αρχίζει ένα μικρό μαρτύριο για τη ξένη μαθήτρια. Στο διάλειμμα μια παρέα παιδιών με αρχηγό τον Αλέξανδρο της φράζουν το δρόμο και της φωνάζουν «Κάτω η Ρωσία. Δεν θα περάσεις Μόσκοβιτς, εμείς θα γράψουμε ιστορία». Η Λαρίσα στέκει ασάλευτη, κρύβει με τα χέρια το πρόσωπο και κλαίει απαρηγόρητη. Αυτό ο Στέφανος δεν θα το αφήσει έτσι, παραμερίζει τις ντροπές και ορμάει να την υπερασπιστεί. Αυτό βέβαια δεν θα τελειώσει εδώ.

Διαβάζω ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο της Λαρίσας.

Μέχρι πριν λίγο καιρό, εγώ η μαμά κι ο μπαμπάς ζούσαμε στη Μόσχα και ήμασταν μια χαρά. Τώρα έχουμε φύγει κι εδώ που έχουμε έρθει δεν έχω κανένα φίλο. «Γιατί ήρθαμε; Ρωτώ κάθε μέρα τη μαμά. «Γιατί εδώ είναι η πατρίδα του μπαμπά, μου λέει «και ύστερα μην ξεχνάς πως εδώ ο μπαμπάς μπορεί να έχει μια καλύτερη δουλειά και έτσι θα έχουμε περισσότερα χρήματα».

Εγώ ακούω και σωπαίνω. Δε λέω τίποτα, μην την κάνω να λυπηθεί, όμως η μαμά, όπως όλες οι μαμάδες, καταλαβαίνει. Με αγκαλιάζει και μου λέει: Μη λυπάσαι θα συνηθίσεις σιγά σιγά. Θα κάνεις φίλους και όλα θα είναι πάλι μια χαρά». Μπορεί να έχει δίκιο η μαμά, όμως εγώ δεν μπορώ να ησυχάσω. Νομίζω πως τα παιδιά στο σχολείο δεν μ’ αγαπάνε και δε με θέλουν στα παιχνίδια τους. Γι αυτό κάθε διάλειμμα πάω και στέκομαι ολομόναχη κάτω από τις πασχαλιές και κοιτάω τους άλλους που παίζουν ή τρέχουν πάνω κάτω στην αυλή. Η Ίρις, που κάθεται δίπλα μου στο θρανίο, δε με βοηθά καθόλου. Σκύβει πάνω από τα τετράδιά της και κρύβει με τα χέρια της αυτά που γράφει μην τύχει και τα δω. Ξέρω όμως πως μια μέρα θα τα καταφέρω μονάχη μου.

Απ’ όλα τα παιδιά ξεχωρίζω ένα αγόρι. Το λένε Στέφανο και είναι κοντούλης και μικροκαμωμένος. Φοράει γυαλάκια και μου θυμίζει το φίλο μου τον Ζένκα. Είναι και ένα άλλο αγόρι που το λένε Αλέξανδρο. Μιλάει πολύ και κάνει συνέχεια φασαρία. Κάθε φορά που με συναντά, κολλάει τις χούφτες του στα αυτιά του και μου κάνει «μπου, μπου» μουγκρίζοντας. Άλλες φορές με κυνηγάει κι εγώ τον φοβάμαι. Αρχίζω να τρέχω και, όταν ξεμακρύνω αρκετά, τολμώ και γυρίζω το κεφάλι πίσω για να δω αν με ακολουθεί. Εκείνος βάζει τα χέρια του χωνί στο στόμα και μου φωνάζει: «Αρκουδίτσα, που θα μου πας; Θα σε πιάσω».

Η συγγραφική ματιά μετατοπίζεται τώρα σ’ ένα σπιτάκι με κήπο, όπου ο ήρωας της ιστορίας θα αφεθεί σε μια πιο συναισθηματική ενδοσκόπηση. Είναι το σπίτι του Μπάρμπα Θωμά, πλάι στο σπίτι του Στέφανου. Μικρός περνούσε πολλές ώρες μαζί του, άκουγε ιστορίες και έβαζαν μαζί νερό και τροφή στα πουλάκια. Από τότε που πέθανε ο μπάρμπας, επικρατεί παντού σιωπή. Αυτή η μοναξιά βοηθά το Στέφανο να ανακαλύψει καινούργια αισθήματα και σκέψεις που τρυγούν το μυαλό του. Δεν παύει ούτε λεπτό να σκέφτεται το κορίτσι με τα γαλάζια μάτια. Κάτι έχει αλλάξει μέσα του, δεν ξέρει να πει τι… Εδώ η συγγραφέας αποδίδει με ωραίο τρόπο το πρώτο σκίρτημα της αγάπης στα χρόνια της αθωότητας.

Αυτή η ανακάλυψη δίνει άλλη υπόσταση στη ζωή του Στέφανου. Βλέπουμε τον Στέφανο να λαμβάνει μέρος στον ποδοσφαιρικό αγώνα και να δείχνει έντονα τα συναισθήματά του όταν συμβαίνει κάποιο ατύχημα στη Λαρίσα εξ υπαιτιότητάς του. Αυτό το εκμεταλλεύεται ο Αλέξανδρος και γράφει στον πίνακα «Ο Στέφανος αγαπάει τη Λαρίσα». Αυτό έγινε αφορμή να ξεσπάσει ένας μεγάλος καυγάς ανάμεσα στα δύο αγόρια. Ο Στέφανος εκδικείται τον φίλο του βάζοντας μπανανόφλουδες στη τσάντα του. Για την πράξη αυτή κατηγορήθηκαν δύο άλλοι μαθητές. Τα αισθήματα ενοχής του Στέφανου και ο τρόπος προσέγγισης της μητέρας του όταν της εξομολογείται την πράξη του είναι ένα σημείο που οι μικροί αναγνώστες πρέπει να εντοπίσουν. Η κατανόησή της για τους λόγους που έσπρωξαν το παιδί της να εκδικηθεί αλλά και η υπόδειξή της πως έπρεπε να μαρτυρήσει την πράξη του και να κάνει το σωστό απέναντι στους συμμαθητές του που κατηγορήθηκαν άδικα είναι μια πράξη που τιμά την ίδια και το παιδί της. Δεν είμαι υπέρ των διδακτικών βιβλίων, αλλά όταν ο διδακτισμός βγαίνει αβίαστα μέσα από την ιστορία, τότε το αποτέλεσμα αποδίδει καρπούς. Και στην περίπτωση της Κίκας Πουλχερίου οι αξίες δίνονται τόσο αδιόρατα στη σωστή ώρα και με τον σωστό τρόπο.

Τελικά όπως σε όλες τις περιπτώσεις της πραγματικής ζωής, ένας μετανάστης για να κερδίσει τον σεβασμό και την αναγνώριση πρέπει να αποδείξει την αξία του με πράξεις. Έτσι έγινε και με τη Λαρίσα. Στο διαγωνισμό ταλέντων του σχολείου, τραγούδησε τόσο ωραία ένα τραγούδι της πατρίδας της έχοντας παρτενέρ το Στέφανο, που κέρδισε τις καρδιές των συμμαθητών της.

Αλλά και ο Αλέξανδρος τελικά δεν είναι ο μάγκας και ατρόμητος μαθητής που με τις αταξίες του ήθελε να επιβάλλεται στα άλλα παιδιά. Πίσω από τον εκρηκτικό του χαρακτήρα κρύβεται ένα παιδί ανασφαλή, στερημένο από την αγάπη και τη σιγουριά της πατρικής στοργής. Αυτό όταν το ανακαλύπτει ο Στέφανος, ο Αλέξανδρος θα έχει ήδη φύγει μακριά!

Κυρίες και κύριοι όσο κι αν φαίνεται πως ο κόσμος στις μέρες μας παρασύρεται από την τηλεόραση και το ιντερνετ και δεν διαβάζει, όση κι αν είναι η απαξίωση του βιβλίου, το βιβλίο γνωρίζει μια ιδιαίτερη άνθιση και ιδιαίτερα το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο. Μια επίσκεψη σ’ ένα βιβλιοπωλείο ή μια Βιβλιοθήκη αρκεί για να διαπιστώσουμε τον μεγάλο αριθμό βιβλίων που κυκλοφορούν κάθε χρόνο. Πριν μερικούς μήνες, μου εκμυστηρεύτηκε μια μητέρα «Ο γιός μου είναι δέκα χρονών και μέχρι πρόσφατα δεν είχε διαβάσει ούτε ένα βιβλίο, μέχρι τη μέρα που σας άκουσε να μιλάτε στο σχολείο για ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Το αγόρασε και το διάβασε μέσα σε δυο μέρες. Έκτοτε αναζητά όλο και περισσότερα βιβλία». Στην απλή αυτή δήλωση βρίσκεται όλη η μαγεία του διαβάσματος. Αν κάποιος την ανακαλύψει δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ. Πώς γίνεται αυτό; Μου είναι άγνωστο. Το μόνο που ξέρω είναι πως η παιδική και νεανική ηλικία είναι ιδανική για μια τέτοια αρχή. Και βιβλία όπως «Τα ξέδετα κορδόνια» μπορούν να συμβάλουν ώστε το παιδί να αγαπήσει τα βιβλίο.











Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Θαμμένοι στον Γρανίτη



Μια αλματώδης αύξηση στις εκδόσεις αστυνομικών μυθιστορημάτων παρατηρείται πρόσφατα στην Ελλάδα. Νέοι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων δίνουν όλο και πιο συχνά το παρόν τους στα εκδοτικά δρώμενα. Μια απ’ αυτούς τους συγγραφείς είναι και η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη. Μετά «Τα ήρεμα νερά» έρχεται μ’ ένα δεύτερο μυθιστόρημά της από τις εκδόσεις Ωκεανίδα να τραβήξει σοβαρά την προσοχή μας. Το «Θαμμένοι στον Γρανίτη» ομολογώ πως μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος. Σαν σεναριογράφος η Μιμή ξέρει να ξεδιπλώνει σιγά σιγά τις εικόνες δίνοντας στους ήρωες της τη δύναμη και το μυστήριο που τους αρμόζει.


Η ιστορία διαδραματίζεται στα στενά πλαίσια ενός μικρού χωριού της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου το 2004, λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ το Νευροκόπι. Πρωταγωνιστές της ιστορίας ένα ζευγάρι Ελληνοαμερικανών ο Στίβεν και η Μαίρη που ήρθαν στο χωριό του παππού της για να περάσουν ήρεμα τις διακοπές τους. Ο Στίβεν είναι Αμερικανός ειδικός στην εγκληματική ανθρωπολογία. Η Μαίρη είναι Ελληνίδα και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Τα υπόλοιπα πρόσωπα είναι οι τυπικοί χαρακτήρες ενός χωριού. Ο ταβερνιάρης, ο Κουλοχέρης (άνθρωπος για όλες τις δουλειές), ο μουγκός, ο δασοφύλακας, η αλλοπαρμένη γεροντοκόρη Χριστίνα, και ο αστυνόμος Μισιρλής.

Αντικείμενο της υπόθεσης ένας σκελετός που ανακαλύφθηκε τυχαία στον Γρανίτη. Τη λύση της υπόθεση δεν θα δώσει ούτε ο αστυνόμος, ούτε ο ιατροδικαστής που επιμένουν πως τα τελευταία χρόνια δεν έχει δηλωθεί καμιά εξαφάνιση. Τη λύση θα δώσει το ίδιο το παρελθόν του τόπου, οι παράξενες ιστορίες και τα καλά κρυμμένα μυστικά που χάνονται στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τότε που το μικρό χωριό ζούσε ημέρες δόξας ως κοσμοπολίτικο θέρετρο.



Η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη γεννήθηκε στη Δράμα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Σαν Ντιέγκο, όπου εργάστηκε ως παραγωγός σκηνοθέτρια. Στην Ελλάδα δουλεύει ως σεναριογράφος στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Λένα Μαντά




Πάει καιρός που διάβασα το Χωρίς χειροκρότημα της Λένας Μαντά και με την ευκαιρία που κλείνει δέκα χρόνια στα εκδοτικά δρώμενα αποφάσισα να κάνω ένα αφιέρωμα. Ήθελα από εβδομάδες να γράψω, μα με πρόλαβαν τα θλιβερά γεγονότα εδώ στην Κύπρο. Η θλίψη και η οργή μας για το δολοφονικό συμβάν δεν καταλάγιασε, απλά έχει πάρει σχήμα και όγκο μέσα μας, σαν σώμα σε άλλο σώμα. Εμείς απλά προσπαθούμε να συνεχίσουμε με δεκανίκια τη ζωή μας. Διαβάζουμε βιβλία και βλέπουμε ταινίες DVD –όταν έχουμε ρεύμα- για να ξεχνιόμαστε.

Τις ίδιες ίσως και χειρότερες δοκιμασίες βιώνει και η Ελλάδα κι ο κόσμος αποξεχνιέται διαβάζοντας ελληνικά μπεστ σέλερς. Ίσως να μην είναι τυχαίο που το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου έκανε πρόσφατα μια έρευνα που αναδεικνύει μετά τον Καζαντζάκη, τον Καβάφη και τον Ντοστογιέφσκι τη συγγραφέα μπεστ σέλερ Λένα Μαντά σε πρόσωπο που οι αναγνώστες πιστεύουν ότι «τα βιβλία της, τους έχουν σώσει τη ζωή». Η Μαντά θεωρείται ότι έχει πωλήσει 50.000 αντίτυπα το 2011 σε μια εποχή οικονομικής κρίσης! Κάτι που σε μερικούς φαίνεται απίστευτο.

Ποιο είναι το μυστικό ενός συγγραφέα που κατορθώνει σε δέκα χρόνια συγγραφικής ζωής να εισπράττει τη λατρεία των αναγνωστών του, να τους γίνεται απαραίτητος κάνοντάς τους να πιστεύουν πως «τους έχει σώσει τη ζωή;» Ξέροντας τη Λένα Μαντά θα ΄λεγα πως αυτό οφείλεται στο σπάνιο επικοινωνιακό της χάρισμα, την ευκολία που δίνεται στους γύρο της και την αγάπη που χαρίζει. Σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα Φιλελεύθερος όταν ρωτήθηκε «πώς νιώθει απέναντι στο αναγνωστικό της κοινό» είπε: Απέραντα γεμάτη από την αγάπη τους. Δεν παραλείπω ποτέ να λέω «ευχαριστώ» καθώς ξέρω ότι χάρη σε όλους τους αναγνώστες που αγάπησαν τη δουλειά μου αλλά κι εμένα την ίδια, βρίσκομαι εδώ που είμαι σήμερα. Και το μόνο που προσπαθώ κάθε φορά είναι να δίνω τον καλύτερο μου εαυτό.

Αλήθεια πώς είναι να βρίσκεται κανείς ψηλά στην κορυφή; Δεν το έχω νιώσει ποτέ και ούτε πιστεύω πως θα το πετύχω. Η Λένα Μαντά που το πέτυχε δεν έπαψε να είναι ο ίδιος φιλικός και αυθόρμητος άνθρωπος. Την τελευταία φορά που τη συνάντησα στο Public στη Λευκωσία άνοιξε μια τεράστια αγκαλιά να με δεχθεί και δεν τσιγκουνεύτηκε να πει πόσο της άρεσε το βιβλίο μου. Αυτό παρατηρώ να το κάνει με τον κάθ’ ένα όταν καταπιάνεται να γράψει για κάποιο βιβλίο στο μπλοκ της. Είναι δοτική και αυθόρμητη. Αυτό πιστεύω είναι το μεγαλύτερο της ατού και καταφέρνει να φτάνει στην καρδιά των αναγνωστών της. Γιατί σήμερα δεν αρκεί μονάχα να γράψει κανείς μια ενδιαφέρουσα ιστορία, σημασία έχει να καταφέρει να το περάσει με ειλικρίνεια στο αναγνωστικό κοινό. Και η Λένα αφού καταπιάνεται με την καθημερινότητα, κατορθώνει να βάζει τους αναγνώστες της να ζουν τα δικά τους προβλήματα μέσα από τις σελίδες της.


Ομολογώ πως με το τελευταίο της βιβλίο το Δίχως Χειροκρότημα μπήκα άνετα στη ματαιόδοξη ζωή της νύχτας που τόσο επιτακτικά νέοι άνθρωποι επιζητούν στην εποχή μας. Αλλά όπως λέει και η Λένα «η πραγματική ζωή ξεκινάει από εκεί που τελειώνει το χειροκρότημα! Αν ζεις γι αυτό, τότε ζεις τη ζωή που οι άλλοι θέλουν για σένα. Το χειροκρότημα γενικά πρέπει να είναι το επιστέγασμα των προσπαθειών μας».

«Η Λένα Μαντά γεννήθηκε στην Πόλη το 1964. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τους γονείς της πέντε χρόνια αργότερα. Πολύ σύντομα χώρισαν και η Λένα έζησε μόνη με τη μητέρα της, η οποία έκανε χίλιες δουλειές για να τη μεγαλώσει. Σπούδασε νηπιαγωγός, αλλά ποτέ δεν θέλησε να ασχοληθεί με το επάγγελμα. Για τρία χρόνια ασχολήθηκε με κουκλοθέατρο, με έργα δικής της συγγραφής. Μητέρα δύο παιδιών ενός γιού και μιας κόρης, όταν τα πράγματα δυσκόλευαν στην καθημερινότητά της, κατέφευγε στο γράψιμο. Αν και ποτέ η λέξη «συγγραφέας» δεν είχε περάσει από το μυαλό μου, λέει σήμερα. «Έγραφα και γράφω όσα μου αρέσει εμένα να διαβάζω» συνηθίζει να λέει. Στο πλευρό της πάντα ο άντρας της, που την ακολουθεί βήμα προς βήμα!

Φέτος κλείνει δέκα χρόνια στα εκδοτικά δρώμενα: «Τη μέρα που σε γνώρισα», «Το Βαλς με δώδεκα θεούς», Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης», «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι», «Η άλλη πλευρά του νομίσματος», «Έρωτας σαν βροχή», «Το τελευταίο τσιγάρο» και το «Χωρίς Χειροκρότημα». Κάθε της βιβλίο πουλιέται σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και κατασκηνώνει στις λίστες των μπεστ σέλερ». (Απόσπασμα από τη συνέντευξή της στο Φιλελεύθερο).

Το κείμενο αυτό μου πήρε τρεις μέρες να το τελειώσω. Είχαμε δίωρη διακοπή ρεύματος τρεις φορές τη μέρα και κάθε φορά έχανα κι ένα κομμάτι του κειμένου.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

15.000 οργισμένοι Πολίτες


Συγκέντρωση διαμαρτυρίας των πολιτών στις 18 Ιουλίου έξω από το Προεδρικό


Τώρα που θάψαμε τους νεκρούς μας, τώρα που το κλάμα έγινε υπόκωφο και το κρύο άπλωσε στις καρδιές μας, ήρθε η ώρα της περισυλλογής. Η ώρα της ενδοσκόπησης. Θέλουμε να βρούμε τα αίτια της συμφοράς και αφήσαμε τους άνετους καναπέδες μας και ξεσηκωθήκαμε στους δρόμους. Εμείς οι καλοπερασάκηδες. Εμείς που κάποτε αν βλέπαμε το κακό λέγαμε κάποιοι πρέπει να δράσουν. Μα ποτέ εμείς, πάντοτε περιμέναμε από τους άλλους.

Χτες 15.000 αγανακτισμένοι πολίτες, ανεξαρτήτου κόμματος, από όλες τις πόλεις της Κύπρου συγκεντρώθηκαν με αναμμένες λαμπάδες στο Προεδρικό. Μια αυθόρμητη κίνηση των πολιτών που νιώθουν εδώ και καιρό να καταπατούνται τα δικαιώματα και η ασφάλεια τους. Που μέχρι τώρα σιωπούσαν με μια ηθελημένη παθητική στάση. Οι φονικές εκρήξεις, οι δεκατρείς δολοφονίες άξιων παλληκαριών, ξεχείλισαν το ποτήρι. Τώρα ο κόσμος ξύπνησε, βγήκε απ’ τη χειμερία νάρκη στους δρόμους και ζητά δικαίωση. Ζητά απ’ τον Πρόεδρο και την κυβέρνησή του να παραιτηθούν. Φάνηκαν ανάξιοι των προσδοκιών μας!

Μέσα στο πένθος και τον θρήνο, αυτό που περίμενε ο πολύπαθος λαός την συγκεκριμένη στιγμή από τον Πρόεδρό του, ήταν να εκφράσει τη λύπη του για το ατυχές συμβάν και να ζητήσει ταπεινά συγνώμη από τον ίδιο και εκ μέρους της κυβέρνησής του. Δεν το έκανε. Αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση του κόσμου. Θυμάμαι με δέος τον Πρόεδρο της Ιαπωνίας όταν έγινε το φονικό τσουνάμι. Μετά την καταστροφή στάθηκε μπρος στα παιδιά με λυγισμένο το γόνατο και σκυφτό το κεφάλι και ζήτησε συγνώμη κι ας μην ήταν από δική του υπαιτιότητα το κακό!

Μας υπόσχονται πως οι ένοχοι θα τιμωρηθούν. Το παρελθόν δεν είναι η καλύτερη εγγύηση για να τους εμπιστευτούμε. Ποτέ οι Κύπριοι πολιτικοί δεν είχαν την ελάχιστη ευθιξία, ποτέ δεν παραιτήθηκαν, ποτέ δεν καταδικάστηκαν για πολλά σοβαρά που έγιναν.

Οι πολίτες θα συνεχίσουν τον αγώνα τους πιστεύοντας πως θα διορθώσουν στο μέλλον όλα τα κακώς έχοντα του τόπου μας που προκάλεσε η αδιαφορία και ο υλισμός μας. Γενικώς ξύπνησαν οι πολίτες της Κύπρου!

Σας παρουσιάζω μερικούς στίχους της Domenica που ανάρτησε στο μπλοκ μου. Αφιερωμένο στις ελεύθερες ψυχές

Γύρω σου ο κόσμος, η κοινωνία

Τα πρέπει, οι καθωσπρεπισμοί

Γύρω σου το σύστημα, οι νόμοι

Γραμμένοι και άγραφοι πολλοί

Και ένα συγνώμη αόρατο σε μια φυλακή

Δικαστές και βουλευτάδες

Καταδίκες και χάρες

Ποιος αποφασίζει



Πιο πολλά θα διαβάσετε στην προηγούμενη ανάρτηση ή στο
http://www.coffee-talks.com/




Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Πώς να σας αποχαιρετήσω;




Τι να αποχαιρετήσω



Που δεν έχω πρόσωπο


Να φιλήσω


Παρά μονάχα θύμησες


Κλεισμένες σ’ ένα σκοτεινό φέρετρο!

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετά σε ραδιοφωνική εκπομπή ένας φαντάρος τους δίδυμους ναύτες Χριστάκη και Μιλτιάδη που κάηκαν στην δολοφονική έκρηξη. Μέχρι προχθές ήταν όλοι τους παιδιά ξέγνοιαστα με το χωρατό και έγραφαν έξυπνες ατάκες στο facebook. Σήμερα το facebook έγινε τόπος θρήνου και μηνυμάτων για καλέσματα διαμαρτυρίας και οργής.

Και είναι οι νέοι που είναι περισσότερο οργισμένοι γιατί διαπιστώνουν από πολύ νωρίς πως ζουν σε μια κοινωνία που δεν μπορεί να τους προστατεύσει, που δεν έχει τίποτα να τους προσφέρει και τους κλείνει το δρόμο ισοπεδώνοντας τα όνειρά τους πριν καλά καλά αρχίσουν…

Η ταυτοποίηση των νεκρών έχει φτάσει στο τέλος και οι σωροί σήμερα θα παραδοθούν στους συγγενείς. Οι άνθρωποι θα απλώσουν τα χέρια να αγκαλιάσουν για στερνή φορά τους αγαπημένους τους και θα μείνει η αγκαλιά τους άδεια. Γιατί όπως είπε και ο στρατιώτης «πώς να αποχαιρετήσουν αφού δεν θα έχουν πρόσωπο να φιλήσουν» παρά ένα σφραγισμένο σκοτεινό φέρετρο. Σαν τις αδηφάγες φλόγες που κατάπιαν τα κορμιά… και στράγγιξαν τα νιάτα…

Τι κι αν φωνάξουμε στους συγγενείς «σας σκεφτόμαστε, σας αγαπάμε και πονάμε μαζί σας. Ήταν και δικά μας παιδιά, ήταν και δικοί μας πατεράδες, δικά μας αδέρφια» η μοναξιά της απώλειας και ο πόνος τους δεν θα μετακινηθεί στο ελάχιστον. Ο πατέρας των δίδύμων είπε "ήταν καλά τα παιδιά μου, αγαπούσαν την οικογένεια, την πατρίδα και τους φίλους τους". Η φωνή τους αντιχεί ακόμα στ' αυτιά του αφού του είχαν τηλεφωνήσει στις 4.30π.μ. για να του πουν πως έγινε η πρώτη έκρηξη. Η έκρηξη που από μέρες περίμεναν. Κι αυτό που με οργίζει ακόμα περισσότερο είναι γιατί αφού ήξεραν την έκταση του κακού δεν διέταξαν όλους να απομακρυνθούν;
Και την επόμενη μέρα μετά την ταφή θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και θα ζητηθούν εξηγήσεις, θα ζητηθούν ευθύνες και ένα μεγάλο «γιατί;» Δώδεκα άνθρωποι σκοτώθηκαν και άλλοι δυο παλεύουν για τη ζωή τους. Τι απαντήσεις θα δώσουμε; Πως τους χάσαμε από υπερβολική ανικανότητα; Από ερασιτεχνικούς χειρισμούς; Ή από αμέλεια;

Είναι και άλλες δυο μάνες που κάθονται καρτερικά στο νοσοκομείο και μετράνε τον πόνο σπιθαμή σπιθαμή συμπάσχοντας με τα παιδιά τους. Μα αλλοίμονο δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν. Όταν ο Αντώνης  μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ήταν αγνώστου ταυτότητος. Η μητέρα του μονάχα μπόρεσε να τον αναγνωρίσει όπως ξέρει κάθε μάνα να αναγνωρίζει το παιδί της, με την καρδιά, με τον παλμό που είναι συντονισμένος στο ίδιο μήκος κύματος, απ’ τη μυρωδιά, από ένα σημάδι στο χέρι. Γιατί ο Αντώνης δεν έχει πια πρόσωπο, ούτε μάτια…

Σήμερα κηδεύονται εννέα από τους δώδεκα. Καλό σας ταξίδι λεβέντες μας. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σας σκεπάσει!

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Έγκλημα και Τραγωδία


Σαν κι εκείνο τον Ιούλη του ΄74 μπήκε κι ο φετινός Ιούλης μαυροφορεμένος, γεμάτος οργή και αγανάκτηση. Ο πρωινός καύσωνας δοκιμάζει τις αντοχές μας, την υπομονή και ανεκτικότητά μας. Πόση υπομονή πια πρέπει να κάνει κανείς όταν βλέπει δώδεκα ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους στην πρώτη γραμμή του καθήκοντος; Πόση υπομονή να κάνουν οι μανάδες που στέλλουν παιδιά αμούστακα να κάνουν το χρέος τους στην πατρίδα κι αυτή τα αφήνει ανυπεράσπιστα, έρμαιο της αμέλειας και της ανικανότητας κάποιων ανεύθυνων; Μεταξύ αυτών αξιωματικοί του στρατού και πέντε πυροσβέστες χάθηκαν άδικα αφήνοντας πίσω τους γυναίκες και παιδιά.

Στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» ήταν κοινό μυστικό πως το κακό παραμόνευε. Κι εμείς οι ανίδεοι το είχαμε εμπεδώσει από τις συζητήσεις που ακούγαμε στα κανάλια πως το υλικό που είχε κατασχεθεί το 2009 από ρωσικό πλοίο έμενε αφύλακτο και σε λάθος τόπο. Ο Διοικητής το είχε εγγράφως αναφέρει, οι στρατιώτες το συζητούσαν, αλλά οι υπεύθυνοι στου κωφού την πόρτα…

Χτες το βράδυ η θλίψη και η οργή δεν χωρούσε στα σπίτια και ο κόσμος βγήκε στους δρόμους με αναμμένα κεριά με την προσδοκία να ενώσει την καρδιά του με τις ψυχές που έφυγαν. Να δώσει μια αγκαλιά να δροσίσει τα καμένα κορμιά απ’ τις φλόγες, να απαλύνει τον φόβο της έκρηξης που τα βρήκε απροετοίμαστα.

Πώς να παρηγορηθεί η μάνα του Μιλτιάδη και του Χριστάκη, των δυο δίδυμων που χάθηκαν αντάμα; Τι λόγια να πούμε σ’ αυτούς τους γονείς να τους δώσουμε ελπίδα για την επόμενη μέρα; Πώς ξεχνάς; Πώς συγχωρείς; Πώς να αντέξουν να βλέπουν τους υπαίτιους στο γυαλί χωρίς να ματώνει η ψυχή τους; Γιατί στην Κύπρο ποτέ δε μάθαμε να τιμωρούμε. Πάντα κάποιοι έχουν το πάνω χέρι και όλα σβήνονται με ένα μεγάλο σφουγγάρι εν μια νυχτί…. Κρίμα, κρίμα, κρίμα….



Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Δύο Κύπριοι συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στου Ελευθερουδάκη



Ταξίδευα για Αθήνα, για την παρουσίαση του «Έτσι θέλω να θυμάμαι» και «τη Δροσοσταλίδα της συγνώμης» του Όμηρου Αβραμίδη στα βιβλιοπωλεία Ελευθερουδάκη, κι όλο ένιωθα στο στομάχι μου εκείνη τη μικρή φωνούλα που γίνεται συνήθως αισθητή με μικρά τσιμπηματάκια «πώς να είναι άραγε το κέντρο της Αθήνας; Πώς είναι να βρίσκεσαι ανάμεσα σε τόσο αγανακτισμένο κόσμο; Κόσμο που έχασε τις δουλειές του, τα όνειρα και τις ελπίδες του;». Παρακαλούσα μέσα μου να μην ήταν τόσο τραγική η πραγματικότητα όσο οι εικόνες της τηλεόρασης. Και κρατώντας μια μικρή αισιοδοξία, έφτασα στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Και δεν είχα άδικο, στο ήρεμο πρόσωπο του Βασίλη Κιμούλη των Εκδόσεων Ωκεανίδας που ήρθε να μας παραλάβει, ένιωσα την πρώτη σπίθα αισιοδοξίας, με διαβεβαίωσε πως όλα θα πάνε καλά. Κι όταν μισή ώρα αργότερα μας πήγε στα γραφεία των Εκδόσεων, ένιωσα ακόμα καλύτερα. Ήταν η πρώτη προσωπική επαφή μαζί τους αν και η συνεργασία μας βρισκόταν στο δεύτερο βιβλίο. Δύο χρόνια τώρα ήξερα τον καθ’ ένα με το όνομα και τη φωνή του. Τώρα έβλεπα μπροστά μου πρόσωπα ζεστά, φιλικά κι αυθόρμητα που δεν τσιγκουνεύτηκαν να εκφράσουν την αγάπη τους. Η Λουίζα Ζαούση δεν περίμενε καν να φτάσω στο γραφείο της, κατέβηκε η ίδια με τον αυθορμητισμό και τη ευθύτητα που την διακρίνει να συζητήσει μαζί μου για όλα όσα ένιωσε διαβάζοντας το «Έτσι θέλω να θυμάμαι». Τους ξεσήκωσε όλους από τα γραφεία να έρθουν να με γνωρίσουν. Κι εγώ ένιωσα πως βρισκόμουν στο σπίτι μιας μεγάλης οικογένειας. Αυτό είναι οι Εκδόσεις Ωκεανίδα, ένα ζεστό σπίτι με τις ολάνθιστες γαρδένιες να στήνουν χορό και να σε υποδέχονται στην είσοδο με τις μυρωδιές τους.


Βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου

Ο Βασίλης Κιμούλης είχε την καλοσύνη να με ξεναγήσει στα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου και να με γνωρίσει στους υπεύθυνους, μια που δεν βρίσκομαι συχνά στην Αθήνα. Η γνωριμία μας αποδείχθηκε θερμή, μα η απόγνωση των ανθρώπων για όλα όσα συνέβαιναν γύρο τους, ήταν εύγλωττη.







Βιβλιοπωλείο Public




















Το απόγευμα της Πέμπτης που θα γινόταν η παρουσίαση δεν σας κρύβω πως εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι έδωσε έντονα την παρουσία του. Τριγυρνούσα όλο το πρωινό στον ήλιο μ’ ένα καπέλο, είχα ιδρώσει και χρειαζόμουν κομμωτήριο για να λούσω τα μαλλιά μου. Το ξενοδοχείο μου έκλεισε ραντεβού για τις 5.00. Λίγα λεπτά πριν βρισκόμουν απ’ έξω, αλλά για μεγάλη μου απογοήτευση η πόρτα ήταν κλειστή κι απάνω ένα σημείωμα «λόγο έλλειψης νερού κλείσαμε». Εγώ έμεινα στήλη άλατος, όχι τόσο για το κτένισμα αλλά γιατί εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι έγινε ακόμα πιο έντονο.

Ετοιμάστηκα και ξεκινήσαμε ο άντρας μου, η γλυκιά Μαριάννα των εκδόσεων Ωκεανίδα να διανύσουμε με τα πόδια τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν από του Ελευθερουδάκη. Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ όταν ένιωσα το κορδόνι του παπουτσιού μου να χαλαρώνει και τότε με τρόμο διαπίστωσα πως είχε κοπεί. Επέστρεψα στο ξενοδοχείο να αλλάξω παπούτσια. «Ε, δεν μπορεί θα τριτώσει το κακό» μονολογούσα κι ευχόμουν να ήταν ανώδυνο το τρίτο κτύπημα! Προσπάθησα να αγνοήσω εντελώς την τανάλια που έσφιγγε το στομάχι, δεν σκεφτόμουν τίποτα απολύτως μέχρι που φτάσαμε στου Ελευθερουδάκη. Ένα μεγάλο πανό έφραζε την είσοδο και κάμποσοι διαμαρτυρόμενοι μας έλεγαν να μην μπούμε στο κτίριο. Αυτό ήταν τρίτωσε το κακό! Μπήκαμε τελικά μέσα και περίμενα τη συνέχεια. Ευτυχώς μετά απ’ αυτό όλα κύλησαν ομαλά. Συναντήσαμε εκεί τον Όμηρο και τη Νίτσα Αβραμίδη και πολλά αγαπημένα πρόσωπα, που ήταν πραγματικοί ήρωες που κατάφεραν να παραβρεθούν παρ’ όλες τις δύσκολες περιστάσεις και τους ευχαριστώ θερμά για την παρουσία τους.

Ήταν η Μάρλεν Κακογιάννη, η κα Τζουβαδάκη, η Λιάνα Θεοφάνους, οι συγγραφείς Ελένη Τσαμαδού, Αθηνά Κακούρη, Νικόλ Άννα Μανιάτη, Λίνα Γαρυφαλάκη, η γλυκιά Γεωργία Κατσούδα που μόλις έφτασε από την Ολλανδία και έτρεξε να προλάβει και πολλοί άλλοι.

Και τα δυο βιβλία παρουσίασε η εκδότρια Λουίζα Ζαούση με ένα μοναδικό τρόπο. Στην όλη εκδήλωση υπήρχε αυθορμητισμός, ανοιχτός διάλογος και χιούμορ. Τώρα έξι μέρες μετά ακούω τις ειδήσεις και σκέφτομαι πόσο τυχερή ήμουν αφού όλα πήγαν "τόσο ομαλά" τώρα που μετά τις συγκρούσεις άνθρωποι βρίσκονται πληγωμένοι στο νοσοκομείο. Ίσως θα ΄πρεπε να κάναμε τις παρουσιάσεις σε δυο διαφορετικά σημεία της Αθήνας μακριά από το κέντρο, θα κατάφερναν όλοι οι φίλοι μας να παραβρεθούν.









 <><>
<>
<><>
Με τη γλυκιά Μάρλεν Κακογιάννη
 

Λουίζα Ζαούση και Σοφίκα Ελευθερουδάκη

Όμηρος Αβραμίδης κι εγώ
 υπογράφουμε βιβλία

Μαζί με τις συγγραφείς Ελένη Τσαμαδού
και Αθηνά Κακούρη


Βιβλιοπωλείο Public

 <><>
<>
<><>
Βιβλιοπωλείο Ιανός


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Στην Αθήνα το "Ετσι θέλω να θυμάμαι"

Στο βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη το Έτσι θέλω να θυμάμαι και η Δροσοσταλίδα της συγνώμης



 


Δεν ξέρω τι είναι εκείνο που κάνει την καρδιά μου να σκιρτά και που μου φέρνει κύματα συγκίνησης κάθε φορά που ετοιμάζομαι να έρθω στην Αθήνα. Λίγο η προσμονή να αγκαλιάσω φίλους αγαπημένους, κάτι απ’ τον αέρα της Ελλάδας, κάτι απ’ το άλλο μας μισό που μας λείπει… Ίσως γι αυτό οι περισσότεροι Κύπριοι δεν χάνουν ευκαιρία να βρίσκονται εκεί, βρίσκοντας κάθε φορά κάποια πρόφαση. Εγώ δεν βρίσκω προφάσεις απλά αδημονώ να έρθω να αγκαλιάσω κάποιους ανθρώπους που γνώρισα κι αγάπησα μέσα από τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, μέσα από e-mail και που αναγνωρίζω μονάχα απ’ τη φωνή. Είναι ο κόσμος των Εκδόσεων Ωκεανίδα που έχω καθημερινές τηλεφωνικές επαφές και που είναι τόσο υπέροχοι και που με έχουν αγκαλιάσει με αγάπη. Θα μιλήσω για την Λουίζα Ζαούση την εκδότριά μου, τον Βασίλη τον Κιμούλη που είχα την χαρά να συναντήσω εδώ στην Κύπρο στην παρουσίαση του βιβλίου μου, την γλυκιά Μαριάννα που μου κάνει όλα τα χατίρια, τη Ζένια, την Ελένη Τσίπρα και τόσους άλλους.

Στη Αθήνα οι Εκδόσεις Ωκεανίδα και το βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη παρουσιάζουν στις 23 Ιουνίου και ώρα 7μ.μ. το Έτσι θέλω να θυμάμαι. Η χαρά είναι διπλή γιατί την παρουσίαση θα κάνει η αγαπημένη εκδότριά μου Λουίζα Ζαούση και γιατί μαζί με το δικό μου βιβλίο θα παρουσιαστεί και το βιβλίο του αγαπημένου μου φίλου Όμηρου Αβραμίδη «Δροσοσταλίδα της συγνώμης». Δυο κύπριοι συγγραφείς λοιπόν σμίγουν την πέννα τους στις Ελλαδικές επάλξεις. Αν δεν έχετε κάτι άλλο να κάνετε θα χαρώ πολύ να σας συναντήσω και να ακούσω τις εντυπώσεις σας.



Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Η παρουσίαση του Έτσι θέλω να θυμάμαι στην Πάφο

Στις  παρουσιάσεις του "Έτσι θέλω να θυμάμαι" στις διάφορες πόλεις της Κύπρου είχα την τύχη  να ασχοληθούν με το βιβλίο μου τρεις αξιόλογοι άνθρωποι. Η φιλόλογος Αικατερίνη Ανδρεστίνου, η δημοσιογράφος Όλγα Πιερίδου και ο δημοσιογράφος Μάκης Αντωνόπουλος. Πιστεύω πως θα ήταν παράλειψη να μην δημοσιεύσω με τη σειρά όλες τις ομιλίες που έγιναν γιατί πιστεύω γράφτηκαν με πολλή αγάπη και κόπο και δεν είναι εύκολο να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο 605 σελίδων σε μικρό χρονικό διάστημα και να γράψει. Εξ άλλου ο προφορικός λόγος χάνεται, ενώ ο γραπτός μένει. Κι αρχίζω με αυτή του δημοσιογράφου Μάκη Αντωνόπουλου που είχα την χαρά να συναντήσω στην Πάφο.
Ο Μάκης Αντωνόπουλος, ο Δημήτρης Μπαλαούρας των βιβλιοπωλείων ΠΑΡΓΑ και ο Βασίλης Κιμούλης της ΩΚΕΑΝΙΔΑΣ


"Παίρνοντας στα χέρια μου την καινούργια συγγραφική δουλειά της καλής μου φίλης κ. Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, «Έτσι θέλω να θυμάμαι», δεν θα το κρύψω, με τρόμαξε. Γενικά, θα έλεγα, με τρομάζουν τα ογκώδη μυθιστορήματα, απλά και μόνο γιατί θα αποσπάσουν πολύ από τον προσωπικό μου χρόνο. Και είναι λίγος…

Το άνοιξα όμως και χάθηκα σ’ ένα γοητευτικό ταξίδι. Κι αυτό γιατί, όποιος έχει ταξιδέψει ή έχει ζήσει σε κάποια από τις χώρες της Αφρικής, είμαι σίγουρος ότι θα είναι χοντρό το βιβλίο των αναμνήσεών του. Για μας τους λευκούς η Αφρική είναι μια μυστηριώδη αλλά και σκληρή γη. Μ’ ένα συγκλονιστικό αταβισμό, με μια μυστηριακή μαγεία που ξεδιπλώνεται από τη φύση της, τους ανθρώπους που έχει πλάσει αλλά και την ψυχή τους. Όλα αυτά τόσο διαφορετικά από τα δικά μας. Μας τρομάζει η ανερεύνητη μορφή των ανθρώπων της, εκείνος ο ιδιαίτερος σεβασμός στην παράδοσή τους και στη φυλή τους. Στοιχεία που έρχονται βαθιά απ’ τον χρόνο… Μας τρομάζει το άσπρο των ματιών τους μα και η γρανιτόπλαστη μορφή τους. Γιατί αλήθεια; Ίσως γιατί εμείς οι λευκοί, τους θεωρούσαμε από πάντα παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Με το βιβλίο της η κ. Δαμιανού Παπαδοπούλου, μου ανέτρεψε πολλές απ’ αυτές τις θέσεις και τις απόψεις. Αφού με πήρε και με παρέσυρε σ’ αυτό το γνώριμα άγνωστο κόσμο της μαύρης ηπείρου. Και μου έδειξε τους ανθρώπους της. Με μύησε στην βαρβαρότητα του εξουσιαστικού πολέμου αλλά και ανέσυρε από τη μνήμη μου εικόνες και γεγονότα ξεχασμένα που όμως πριν λίγες δεκαετίες τα πεινασμένα παιδιά της Μπιάφρα κοσμούσαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων του κόσμου, κάνοντας – θυμάμαι- επίκληση στην ευαισθησία των πολιτισμένων. Που για μια ακόμη φορά αποδείξαμε πως η ευαισθησία της ανθρωπιάς μας πολλές έχει κοντινή ημερομηνία λήξης.

Η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων εκείνου του καιρού, μιας κι εκείνη την περίοδο εξελίσσεται η ιστορία του βιβλίου είναι γλαφυρή από μια ευαίσθητη συγγραφέα που τα βίωσε από πρώτο χέρι. Και είναι στιγμές που νιώθεις πως έτσι όπως σε κρατά απ’ το χέρι, δρασκελάς τις γειτονιές τους, τα πλιθόχτιστα σπιτικά τους για να σου δείξει πως το πρόσωπο της κτηνωδίας είναι πάντα ίδιο, απ’ όποιο ανθρώπινο χρώμα κι αν εκφράζεται. Αλλά και πόσος πρωτογονισμός αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αγρίμι.

Η κ. Δαμιανού Παπαδοπούλου όμως δεν αφήνει την ελπίδα της ανθρωπιάς να πεθάνει γιατί ξέρει – και προπάντων να δικαιώσει τον άνθρωπο- ότι η πίστη στην ομορφιά θα ξεπεράσει τον παραλογισμό του θανάτου, μόνο και μόνο γιατί οι άνθρωποι των απλών οραμάτων, πρέπει να έχουν αύριο έστω κι αν πρέπει να διαβούν τις προσωπικές τους Συμπληγάδες.

Για μένα, το «Έτσι θέλω να θυμάμαι» ήταν ένα αφύπνισμα ψυχής και αναμνήσεων. Ζωντάνεψε μέσα μου την «δική» μου Αφρική. Από το Μαρόκο και την Τυνησία, μέχρι το Σουδάν και τη Νότια Αφρική. Το Νείλο και την έρημο Σαχάρα, τα χιόνια του Άτλαντα και την ομορφιά του Κίμπερλυ. Μα προπάντων τους ανθρώπους της. Ανθρώπους που η πρώτη ματιά σου προκαλεί προβληματισμό και η δεύτερη σου απομυθοποιεί την ιερή λαχτάρα του καθενός για την δικαίωση.

Όλα αυτά είναι που κλείνει η συγγραφέας τους ήρωές της για να ξετυλίξει την προσωπική τους οδύσσεια. Κι εδώ υψώνει μια υπέροχη γυναικεία μορφή. Η Ατλίν, η ηρωίδα της είναι μια πανέμορφη μαύρη καλλονή, αεροσυνοδός στις Νιγηριανές αερογραμμές. Η Ατλίν διψά ν’ αγαπήσει και να αγαπηθεί, επαναστατώντας στη λογική της φυλής της που λέει «πρώτα μια στέγη κι ύστερα μια κοιλιά γεμάτη». Η Ατλίν όμως θέλει μια ψυχή γεμάτη. Ο έρωτάς της με τον έλληνα εμιγκρέ Σταματέλο είναι η έκφραση της ιδανικής πληρότητας στην αγάπη. Όμως πότε η ζωή μας αφήνει απερίσκεπτους να βιώσουμε την γλυκιά αμαρτία ενός αφοσιωμένου έρωτα; Για την Αντλίν οι εξωγενείς παράγοντες είναι πολλοί. Κι ο πιο σημαντικό, το αρρωστημένο πάθος ενός μαύρου πολιτικού που τη θέλει και ο οποίος είναι μεγαλωμένος με την αντίληψη ότι μια μαύρη γυναίκα δεν μπορεί παρά να υπακούει πειθήνια στα κελεύσματα που αρσενικού. Η άρνησή της τον εξωθεί στα άκρη και λόγο των πολιτικών του γνωριμιών, καταφέρνει να σκοτώσει τον μύθο της αγάπης που ζει.

Από την άλλη, ο άντρας με τον οποίο μοιράζεται το όνειρό της αγάπης της, ο έλληνας Σταματέλος, βρίσκεται να ζει διχασμένος ανάμεσα σ’ ένα πρέπει και σ’ ένα θέλω. Το πρέπει είναι η οικογένεια του στην Ελλάδα και η Ατλίν το γνωρίζει, και το θέλω είναι ο έρωτας που ζει με την μαύρη γαζέλα. Κι αυτό το ολοκληρωμένο θέλω, έχει για επιστέγασμα ένα παιδί. Ο Μάικλ! Μισός έλληνας και μισός νιγηριανός. Ούτε άσπρος, ούτε μαύρος. Πού δεν ανήκει πουθενά. Ένα παιδί που απολαμβάνει την αγάπη των γονιών του αλλά όχι και της κοινωνίας. Ο μιγάς τελικά δεν είναι αποδεκτός ούτε από τους μαύρους, ούτε από τους λευκούς. Κι όταν η Ατλίν θα βρεθεί στο μεγάλο δίλημμα ή χάνει τον άντρα της ζωής της καθώς είναι κυνηγημένος με μια στημένη ιστορία από τον μαύρο πολιτικό, ή τον αφήνει να πεθάνει στις νιγηριανές φυλακές. Προτιμά να τον χάσει για πάντα οργανώνοντας την δραπέτευσή του, για να ζήσει, έστω και μακριά της. Η αγάπη δεν είναι κατακτητική και η Ατλίν βιώνει την ωραιότητα της πράξης της, έστω κι αν τώρα πια το άδειο μισό του κρεβατιού της θα το ζεσταίνει η θύμηση.

Αυτός που θα ζει πλέον με το μισό της καρδιάς του κενό, θα είναι ο νεαρός Μάικλ ο οποίος αγαπά έναν πατέρα που αγνοεί τις ρίζες του… έναν πατέρα που τον έμαθε να είναι άντρας… που του έδωσε αξίες και οράματα ζωής για να μπορεί να αντιστέκεται στις φθαρτές αξίες του καιρού μας και στις πλαστικές θεοποιήσεις που μόνον αδύναμοι καταφεύγουν και άδειοι άνθρωποι που προσπαθούν να την γεμίσουν με ότι πρόσκαιρο τους προσφέρεται. Κι όμως η απρόσμενη φυγή του πατέρα του, θα τον βυθίσει σε μια ομιχλώδη αγωνία για το ποιος είναι ο πατέρας τους.

Και κάποια στιγμή θα κάνει το μεγάλο βήμα. Αντί να κατεβεί στην μητέρα του και στη μόνη πατρίδα που γνωρίζει, για τις καλοκαιρινές τους διακοπές μιας και σπουδάζει μοριακή γενετική στο Λονδίνο, αποφασίζει με την συντροφιά του κολλητού του, να γνωρίσει την πατρίδα του πατέρα του…. Να γνωρίσει το άλλο μισό που είναι κενό, της καρδιάς του.

Όλη αυτή την πλημμυρίδα των γεγονότων, η κ. Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, τα ξετυλίγει με τη σοφή δόση του ενδιαφέροντος, για να κρατά τον αναγνώστη της σ’ αυτό το ατέρμονο ταξίδι των δύο ζωών που γεύτηκαν το μέλι της αγάπης της τρυφερότητας και της πλήρους αποδοχής αλλά που τα απρόβλεπτα της ζωής, δημιουργήματα ανθρώπων, ορμώμενων είτε από μνησικακία, είτε από εκδικητικότητα, τις σκόρπισαν. Κι αν για την Ατλίν, παρ’ όλο τον δικαιολογημένο θυμό της που στιγμές- στιγμές την κατακλύζουν για την μυστηριώδη σιωπή του αγαπημένου της, η αποδοχή της πραγματικότητας είναι μια αναγκαιότητα, για το νεαρό όμως Μάικλ είναι ανάγκη ζωής η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά και η βαθιά του λαχτάρα να γκρεμίσει τον τοίχο της σιωπής που έχει υψωθεί γύρω γι αυτό το ζήτημα. Και θέλει να μάθει. Κι έτσι όπως η συγγραφέας σε οδηγεί στους μαιάνδρους του ξετυλίγματος της ζωής του, αναρωτιέσαι: θα φτάσει τελικά; Τι είδους παιχνίδι θα του στήσει η ζωή για να του αποκαλυφθεί; Και που μέσα σε κείνη την οδύσσεια της ψυχής του, τρυπώνει απρόσμενα η αγάπη. Όπως πάντα τρυπώνει στη ζωή του καθενός. Μυστηριώδης για τους νέους ανθρώπους, θυελλώδης, όπως της πρέπει, και ανατρεπτική, όπως της αξίζει όταν είναι αληθινή. Και θα έλεγα πως είναι η ίδια η Μοίρα τπου του στέλνει αυτό τον αποκαλυπτικό έρωτα για να τον οδηγήσει μες απ’ την έξαρση και τον πόνο στην Ιθάκη της ψυχικής του αναζήτησης και την λύτρωση.

Σεν θα σας αποκαλύψω το τελευταίο μέρος του βιβλίου γιατί θέλω να βιώσετε εκείνη την πλημμυρίδα των αντιφατικών συναισθημάτων του νεαρού ήρωα.

Όταν αποφάσισα να κολυμπήσω στα άγνωστα νερά της τελευταίας εκδοτικής δουλειάς της κ. Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, αυτό που ζητούσα ήταν να με ταξιδέψει. Κι αυτό θα έλεγα το πετυχαίνει με μοναδικό τρόπο. Κάθε βιβλίο πιστεύω πως πρέπει να είναι μια αποκαλυπτική οδύσσεια… ένα ταξίδι στον μέσα και στον έξω κόσμο… μια επιβεβαίωση πως η ζωή δεν μπορεί… και δεν πρέπει να είναι μόνο χαμόγελο. Ή μόνο δάκρυ. Η αληθινή ζωή πρέπει να είναι και τα δυο. Δεν υπάρχει νόμισμα με μια μόνο πλευρά. Και η ζωή είναι ένα νόμισμα. Από μας εξαρτάται πως θα το διαχειριστούμε. Και πάνω απ’ όλα ένα βιβλίο πρέπει να είναι γνώση ψυχής. Αυτοαποκαλυπτικό, έστω κι αν μαθαίνω μέσα από τη ζωή των ηρώων του, τη ζωή και τον εαυτό μου. Κι απ’ αυτή την πλευρά, το «έτσι θέλω να θυμάμαι» είναι αποκαλυπτικό για το πόσο αδύναμη είναι η ψυχή στα παιχνίδια της Μοίρας αλλά και πόση δύναμη μπορεί να κρύβει όταν θέλει.

Ξέρετε, τα ωραία βιβλία τα θυμάται κανείς όσα χρόνια κι αν περάσουν γιατί ακριβώς θα ΄χουν πάντα κάτι να του θυμίζουν όχι μόνο για την γλαφυρότητα της γραφής τους αλλά γιατί ο δημιουργός τους χωρίς να το θέλει, άνοιξε το πορτί της ψυχής και της σκέψης του και κατέθεσε μια αλήθεια, αλλά και για να μας μαθαίνει για το πόσο ανατρεπτική και απρόσμενη είναι η ζωή.

Για τη συγγραφέα τώρα, την κ. Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου δεν έχω να πω πολλά. Έχει δοκιμαστεί κι έχει δοκιμάσει την ψυχή της στις διάφορες αρένες της συγγραφικής δημιουργίας. Στο Έτσι θέλω να θυμάμαι θα έλεγα πως δεν δοκιμάζει μόνο τις συγγραφικές της δυνάμεις αλλά βάζει και σε δοκιμασία τις προσωπικές της μνήμες. Το αποτέλεσμα; Ας σεβαστούμε ότι έτσι θέλει να θυμάται. Η μνήμη είναι μια πολύ λεπτή, ιερή αλλά και εντελώς προσωπική υπόθεση.





Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011




Την Πέμπτη, 9 Ιουνίου στη Λευκωσία στο βιβλιοπωλείο ΠΑΡΓΑ ήταν όλοι εκεί. Παρ’ όλη την ταλαιπωρία της πυρκαγιάς που ξέσπασε λίγα μέτρα πιο κάτω από το βιβλιοπωλείο και η αστυνομία είχε κλειστούς τους δρόμους για αρκετές ώρες! Και ήταν σαν ένα τεράστιο κύμα η αγκαλιά τους. Ήταν ένα απέραντο μπουκέτο γιασεμί η παρουσία τους κι εγώ σαν πρωτάρα πνίγηκα μέσα στο άρωμα της αγάπης τους. Δεν θέλω να καταπιαστώ με ονόματα αυτών που ήρθαν στην παρουσίαση του Έτσι θέλω να θυμάμαι, γιατί ήταν όλοι φίλοι αγαπημένοι και ο κατάλογος ονομάτων δεν θα ΄χει τελειωμό. Θα αναρτήσω φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες για να μη ξεχάσω ποτέ αυτή τη βραδιά. Εξάλλου ο γλυκός Βασίλη Κιμούλη των εκδόσεων ΩΚΕΑΝΙΔΑ δεν σταμάτησε στιγμή να φωτογραφίζει, να κουβεντιάζει και να καλωσορίζει όλους τους άγνωστους που τον περιτριγύριζαν δίνοντας το παρόν του εκδοτικού οίκου που εκπροσωπούσε. Η εις βάθος ανάλυση του μυθιστορήματος από την Αικατερίνη Ανδρεστίνου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των παραβρισκόμενων. Η ανάγνωση αποσπασμάτων από την ηθοποιό Τέρψη Ψωμά που κατάφερε να δώσει το στίγμα της Αφρικάνικης κουλτούρας έδωσε μια ανάλαφρη νότα στο ακροατήριο.

Το «ευχαριστώ» μου δεν ξέρω αν είναι αρκετό για την τόση αγάπη σας. Εύχομαι να βρίσκομαι πάντα στο ύψος των προσδοκιών σας και να σταθώ αντάξια της αγάπης σας!



Ο Βασίλης Κιμούλης, η Τέρψη Ψωμά, η Αικατερίνη Ανδρεστίνου κι εγώ