Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Σύντομα ο Αργός Χορός από τις εκδόσεις Διόπτρα




Κράτησα τον ερχομό του νέου βιβλίου μου «Αργός Χορός» να σας τον ανακοινώσω Χριστουγεννιάτικα. Ένα δώρο για σας, που όλους αυτούς τους μήνες με ρωτάτε γιατί αργεί. Λοιπόν θα κυκλοφορήσει 14 Ιανουαρίου 2013 από τις Εκδόσεις Διόπτρα!

Όταν γεννιέται ένα καινούργιο βιβλίο, για σένα που είναι πνεύμα από το πνεύμα σου, ψυχή απ’ τη ψυχή σου είναι ένα συναίσθημα γλυκό, ανυπόμονο, σαν εκείνο που ένιωθα κάθε φορά που έφερνα στον κόσμο τα παιδιά μου. Ο Αργός Χορός αυτή τη στιγμή που μιλάμε, βρίσκεται στο μαιευτήριο και ξεδιπλώνει ένα ένα τα πέταλά του σαν λουλούδι, πρώτα το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο, τις σελίδες… αργά σαν «Αργός Χορός»με λικνιστά βήματα, με αισθησιακά στροβιλίσματα έρχεται να γλυκάνει τις αισθήσεις και να ξυπνήσει μέσα μας επιθυμίες που δεν γευτήκαμε, έρωτες που δεν ζήσαμε είτε από φόβο ή καταπίεση που στο πέρασμα του χρόνου μόνο σοφία μπορούν να μας προσδώσουν.

Σε αυτή τη φάση δεν θα σας μιλήσω για την υπόθεση του βιβλίου, έχω ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας τους λόγους που με ώθησαν στη σύλληψή του. Ήταν το Ιούνιο του 2011 όταν ήρθα στην Αθήνα για την παρουσίαση του «Έτσι θέλω να θυμάμαι» που μου γεννήθηκε η πρώτη σκέψη του. Την είσοδο του βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκη έφραζε ένα μεγάλο πανό που κρατούσαν οι απολυμένοι υπάλληλοι και πιο κάτω το πλήθος που από μέρες κατασκήνωνε στην Σταδίου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την οικονομική κατάντια. Κουβέντιασα με μερικούς νέους ανθρώπους και διέκρινα στο βλέμμα τους την πίκρα, την απογοήτευση και τα χαμένα όνειρα.

Ήταν σαν ξαφνικά ο κόσμος γύρω μου να έχανε τη συνηθισμένη τροχιά του, να έσβηνε η απροσμέτρητη λάμψη του και να χανόταν σ’ ένα βαθύ σκοτάδι. Το σκοτάδι του μυαλού που φέρνει το αβέβαιο αύριο. Άνθρωποι που μέχρι χθες ζούσαν μια τακτοποιημένη ζωή κάνοντας όνειρα βρέθηκαν ξαφνικά άνεργοι και άστεγοι να τριγυρνούν στους δρόμους εκλιπαρώντας για ένα κομμάτι ψωμί, μια φωλιά να κρύψουν τη γύμνια της ψυχής τους… Ο φόβος της ανασφάλειας έγινε σιγά-σιγά θυμός, έγινε οργή και ένα ανθρωπομάνι ξεχύθηκε στους δρόμους καίγοντας και λεηλατώντας τις πόλεις που το ανάστησαν, διεκδικώντας αυτά που του στέρησαν. Μέσα απ’ τα δελτία ειδήσεων βλέπω τις σκηνές να επαναλαμβάνονται από χώρα σε χώρα σαν ντόμινο να καταρρέει, λες και ο κόσμος που ζούμε είναι πλασμένος από χαρτί.

Μετά έγινε η έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, που σκότωσε δεκατρείς ανθρώπους. Και το μουγκρητό του πόνου μεγάλωσε, έγινε κραυγή που σάρωσε κάθε άλλο ήχο και διασπάστηκε σε μικρά κύτταρα που διαιωνίστηκαν στις καρδιές μας.

Μερικοί λένε πως πρέπει να αφήνουμε τα γεγονότα να ωριμάζουν, μέχρι ο χρόνος να δώσει τις σωστές διαστάσεις του πόνου, της απώλειας, του λάθους ή της λήθης. Όμως την ώρα που άρχιζα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα, οι κραυγές ήταν τόσο διαπεραστικές κι επίμονες, που κάλυπταν κάθε άλλη σκέψη, κάθε άλλο συναίσθημα – μου ήταν εντελώς αδύνατο να γράψω οτιδήποτε άλλο, παραμερίζοντας αυτό που συνέβαινε γύρω μου, μέσα μου. Ίσως εδώ να δούλεψε περισσότερο η ιδιότητα της δημοσιογράφου παρά της συγγραφέως. Εύχομαι το εγχείρημά μου αυτό να μην ήταν λάθος και να βγήκε το σωστό αποτέλεσμα.



Μέσα από αυτό τον αναβρασμό συναισθημάτων ξεδιπλώνει την ιστορία της η γιαγιά Σοφία που έζησε όλα τα δεινά της πατρίδας της κι απόκτησε σοφία και γνώση. Κάθε εποχή έχει τις δικές της έγνοιες, τον δικό της πόνο μα κάθε φορά όσο χαμηλά κι αν πέσει έχει το χάρισμα να ξεδιπλώνεται μέσα από τις στάχτες και να ξαναγεννιέται. Μας δίνει ελπιδοφόρα μηνύματα πως αυτό που συμβαίνει είναι το τίμημα της δικής μας γενιάς για να γίνει πιο δυνατή κι ανθρώπινη!



Κάποια άλλη φορά θα σας πω λεπτομέρειες για την υπόθεση. Μέχρι τότε εύχομαι Καλά και χαρούμενα Χριστούγεννα σε όλους. Ο Νέος Χρόνος να είναι ένας χρόνος πνευματικής ανάτασης, πολιτικής ωριμότητας και αφθονίας!

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Στήνονται βιβλιοθήκες στα σχολεία κι αναζωογονούνται χώροι των βιβλιοπωλείων, ενάντια στην κρίση!



Τελικά υπάρχει ελπίδα! Εκεί που πιστεύαμε πως ο κόσμος γύρο μας έχει βυθιστεί στο γκρίζο σύννεφο που μας σκεπάζει και στραγγαλίζει τα όνειρα των παιδιών, εντελώς ξαφνικά από μια χαραμάδα, μια μικρή σπίθα φως ζωντανεύει ξανά την ελπίδα και τα όνειρά μας. Η κάρτα της μικρής Κατερίνας από το 3ο Δημοτικό σχολείο Διαβατών στη Θεσσαλονίκη που έφτασε και συντάραξε τους εκδοτικούς οίκους, μας έβγαλε απ’ τον λήθαργο και την απραξία.

«Έμαθα να διαβάζω, βιβλία πού θα βρω;»

Τα σχολεία στην Ελλάδα είναι στεγνά από βιβλία. Δεν υπάρχουν λεφτά για να στηθούν βιβλιοθήκες και οι δάσκαλοι ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια από τους εκδοτικούς οίκους. Κι ευτυχώς ανταποκρίθηκαν! Κάποιοι εκδότες έσπευσαν με χαρά και στήνουν βιβλιοθήκες σε απομονωμένα σχολειά. Αυτό δείχνει πως η οικονομική κρίση έκανε τον κόσμο να βγει από την έπαρσή του, γλύκανε μέσα του κι έριξε μια πιο προσεκτική ματιά στον συνάνθρωπό του.

Την ίδια ελπίδα μας έδωσε και το Σολώνειο Κέντρο Βιβλίου στην Λευκωσία. Κόντρα στην τάση της εποχής επέλεξε την επένδυση σαν απάντηση στην οικονομική κρίση. Εγκαινίασε ένα νέο χώρο για το Τμήμα Λογοτεχνίας.



«Μπορεί να υπάρχει κρίση και οι πωλήσεις να μειώνονται, ωστόσο από τη στιγμή που υπάρχει ενδιαφέρον, τότε εμείς επιλέγουμε να επενδύσουμε» είπε ο ιδιοκτήτης κ. Σόλων Παπαχριστοδούλου.

Ο χώρος εγκαινιάστηκε τη Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου στην παρουσία του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού Γιώργου Δημοσθένους και του Προέδρου της επιτροπής Παιδείας Νίκου Τορναρίτη και πλήθος ανθρώπων που αγαπούν το βιβλίο.



Στον χώρο της νέας πτέρυγας του Σολώνειου οι αναγνώστες θα έχουν την ευκαιρία να ενημερώνονται για καινούργιες και παλαιότερες εκδόσεις, να συναντούν συγγραφείς και να παρακολουθούν συζητήσεις με ενδιαφέροντα θέματα λόγου και Τέχνης.

Την ωραία αυτή προσπάθεια του κυρίου Σόλωνα Παπαχριστοδούλου στήριξαν με θέρμη δύο εκδοτικοί οίκοι από την Ελλάδα. Οι Εκδόσεις Διόπτρα και Ψυχογίος. Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές είναι ευχάριστη διαπίστωση πως το Πνεύμα είναι αυτό που θα μας δώσει ξανά την ελπίδα και θα μας οδηγήσει σε νέους πνευματικούς ορίζοντες.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο Σύνδεσμος Παιδικού Νεανικού Βιβλίου παρουσίασε τα βιβλία που τιμήθηκαν με Κρατικό Βραβείο





Ο Δώρος Θεοδούλου
 Στις 11/12/2012 ο Σύνδεσμος Παιδικού Νεανικού Βιβλίου Κύπρου παρουσίασε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Στροβόλου τα βιβλία που τιμήθηκαν με Κρατικό Βραβείο το 2010. Την «Απαγωγή του Γκάπι» παρουσίασε ο Φιλόλογος Μελετητής Παιδικής & Νεανικής Λογοτεχνίας και Πρώην Πρόεδρος του ΚΣΠΝΒ Δώρος Θεοδούλου. Σας μεταφέρω την ομιλία του.


Είμαι ευτυχής που μου δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσω το βραβευμένο μυθιστόρημα της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου Η απαγωγή του Γκάπι. Ειδικότερα χαίρομαι που με τη σύντομη αναφορά στο βιβλίο της αυτό αναπληρώνουμε μέρος της οφειλής της ντόπιας λογοτεχνικής κριτικής να τοποθετηθεί στο έργο της για παιδιά και εφήβους, το οποίο την τελευταία δεκαετία αριθμεί ήδη πέντε βιβλία (και ένα έκτο προς έκδοση), ενώ τα τρία από αυτά έχουν διακριθεί με σοβαρά λογοτεχνικά βραβεία. Εξαίρεση ο Κώστας Κατσώνης, ο οποίος στη διδακτορική του διατριβή με τίτλο Το Παιδαγωγικό στοιχείο στο σύγχρονο κυπριακό διήγημα για παιδιά και νέους σχολιάζει τη συλλογή διηγημάτων της Όλου του κόσμου τα παιδιά.



Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, ως γνωστό, γράφει και δημοσιεύει για μεγάλους με έντονους ρυθμούς. Tα τελευταία 25 χρόνια έχουν εκδοθεί από γνωστούς εκδοτικούς οίκους στην Αθήνα (ΑΓΚΥΡΑ, ΠΑΤΑΚΗ, ΩΚΕΑΝΙΔΑ, ΛΙΒΑΝΗ, ΔΙΟΠΤΡΑ) και στη Λευκωσία (ΠΑΡΓΑ, ΕΝ ΤΥΠΟΙΣ) δέκα βιβλία της. Αυτά περιλαμβάνουν δύο συλλογές διηγημάτων και ένα τόμο με χρονογραφήματα, ενώ τα υπόλοιπα εφτά (το έβδομο υπό έκδοση) είναι πολυσέλιδα μυθιστορήματα, ευπώλητα, με περισσότερες της μιας εκτυπώσεις. Σ’ ένα απ’ αυτά, το Ο ψίθυρος του δάσους,1992, απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Διακρίσεις σε ευρύτερους περιφερειακούς διαγωνισμούς απέσπασαν και δυο διηγήματά της, ανέκδοτα μέχρι στιγμής. Το εντελώς ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι τα σύγχρονα θέματα που την εμπνέουν, στα περισσότερα έργα της τα συνδέει με τις εμπειρίες που είχε από την Αφρική, ειδικότερα το Κόγκο και τη Νιγηρία, όπου έζησε σχεδόν τριάντα χρόνια, προτού επαναπατριστεί με την οικογένειά της στην Κύπρο το 1997.



Η Δαμιανού-Παπαδοπούλου, επομένως, ανήκει στην ομάδα συγγραφέων, οι οποίοι έρχονται στο χώρο της παιδικής-νεανικής λογοτεχνίας μας, και τον εμπλουτίζουν ποικιλότροπα, έχοντας σμιλέψει τη συγγραφική τέχνη τους στη λογοτεχνία για μεγάλους. Πριν δημοσιεύσει το πρώτο της βιβλίο για παιδιά το 2003, είχε ήδη δημοσιεύσει για μεγάλους δυο συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Έκτοτε, παράλληλα με την πεζογραφία της για μεγάλους, και σε ανάλογους ρυθμούς, γράφει και δημοσιεύει διηγήματα και μυθιστορήματα για μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους-νέους. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων Όλου του κόσμου του παιδιά, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2004, στο οποίο απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας, και το εικονογραφημένο διήγημα Βόλτα με το φεγγάρι, 2007, το οποίο βραβεύτηκε σε παγκύπριο διαγωνισμό που προκήρυξε το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, εκδόθηκε, επίσης από το ΓΤΠ, σε 70.000 αντίτυπα και διανεμήθηκε δωρεάν στους μαθητές των γυμνασίων και των δημοτικών σχολείων του ανώτερου κύκλου, ως όργανο για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Διαπολιτιστικός διάλογος». Επίσης είναι τα τρία μυθιστορήματά της Μέσ’ από το φως του φεγγαριού, Λευκωσία 2003, Ο γαλάζιος δράκοντας, Εκδόσεις ΕΝ ΤΥΠΟΙΣ, Λευκωσία 2006 και Η απαγωγή του Γκάπι, Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ, Αθήνα 2010, στο οποίο απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας 2011.



Όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο, έγραψα το εξής πρόχειρο σημείωμα:

Tο μυθιστόρημα Η απαγωγή του Γκάπι πιστεύω ότι θα αφήσει το στίγμα του στην Κυπριακή παιδική λογοτχνία. Βρίσκω πως διακρίνεται για την τόλμη στη σύλληψη της υπόθεσης όσο και σε κάποιες πλευρές της γραφής και τεχνικής του. Με τόλμη και επιτυχία παρουσιάζεται σ’ αυτό μια Ουτοπία, δηλαδή μια φουτουριστική εικόνα του κόσμου, όπως τον φαντάζεται η συγγραφέας να είναι σε 20 χρόνια από σήμερα (πβλ.Όργουελ,1984), με τρόπο ώστε και η αφήγηση να σκλαβώσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ο προβληματισμός του να είναι έντονος και όχι περαστικός. Η συγγραφέας είχε να αντιμετωπίσει σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες σ' ένα τέτοιο εγχείρημα, όπως ο χρόνος της υπόθεσης και ο χρόνος της αφήγησης, ο αφηγητής, ο τόπος και οι χώροι των γεγονότων, οι χαρακτήρες της υπόθεσης και, ιδιαίτερα, οι αλλαγές και τα προβλήματα που θα προβληθούν στο κοντινό μέλλον του 2030, και μάλιστα στην Κύπρο. Γι' αυτό οι όποιες μικροαδυναμίες επισημανθούν, δεν μειώνουν καθόλου το όλο τόλμημα και κατόρθωμα. Κρίνω ότι η συγγραφέας μπόρεσε να δαμάσει αυτές τις μεγάλες απαιτήσεις και έδωσε ένα έργο τολμηρό, με όχι συνηθισμένη σύλληψη και πνοή, και με μια μαστορική πλοκή και αφήγηση. Κατ’ εμένα είναι τίτλος τιμής για την ίδια, όπως και για όποιον άλλο συγγραφέα το κάνει, το γεγονός ότι την υπόθεση του έργου, που αφορά όλο τον κόσμο, την τοποθέτησε ξεκάθαρα στην Κύπρο, και ενώ το βιβλίο εκδόθηκε και κυκλοφορεί περισσότερο στην Ελλάδα.Με τέτοιες στάσεις μας αποδέκτηκαν επιτέλους στην Ελλάδα.





Διαβάζοντάς το πιο συστηματικά, μόνο συμπληρώσεις μπορώ να κάνω στις πρώτες μου εντυπώσεις. Πρόκειται για ένα έργο εφηβικής-νεανικής λογοτεχνίας, το οποίο με την εξέλιξη της υπόθεσής του προσλαμβάνει το χαρακτήρα της περιπέτειας, του αστυνομικού μυθιστορήματος, της ουτοπίας (ή δυστοπίας) και του έργου επιστημονικής φαντασίας. Θα σταθώ στα δυο τελευταία. Την ουτοπική της εικόνα για τον κόσμο του 2030 η συγγραφέας την τοποθετεί στην Κύπρο. Την εποχή αυτή μάλλον θα ζούμε και όλοι εμείς. Γι’ αυτό και σοφά, για να είναι πειστική, η ζωή και η κοινωνία του 2030 την οποία μας παρουσιάζει με ακροβατική ισορροπία, είναι προβολή του σημερινού κόσμου που ξέρουμε στο προσεχές μέλλον, είκοσι χρόνια μετά. Μια πιθανή εξέλιξη, ένα ακραίο προχώρημα των σημερινών καταστάσεων. Το προχώρημα της τεχνολογίας φαίνεται, για παράδειγμα, με το πολυρολόι, το κινητό που κρατούν όλοι οι νέοι και μ’ αυτό επικοινωνούν μεταξύ τους με τη σκέψη, χωρίς να μιλούν, και το κινητό σκάιπ, το οποίο μεταφέρουν παντού σαν κινητή κάμερα και κάνουν τηλεδιάσκεψη μεταξύ τους όποτε θέλουν κι όπου κι αν βρίσκονται, ιδίως σε δύσκολες περιστάσεις. Κι αυτά με πρωταγωνιστές εφήβους αστικών, κυρίως, οικογενειών. Ανάλογα με τα γνωστά προβλήματα, κοινωνικές προκαταλήψεις, ανάλογα αισθήματα, ενδιαφέροντα, έγνοιες, φόβοι, ανησυχίες όσων γνοιάζονται για το που πάει ο κόσμος.



Στο μυθιστόρημα, η κοινωνία στην Κύπρο του 2030 έχει καταστεί ήδη πλήρως πολυπολισμική, αφού συμμαθητές στην παρέα που πρωταγωνιστεί είναι τα κυπριόπουλα Χρήστος και Αλέξανδρος, η γαλλίδα Ντενίς, ο Γκάπι από το Λίβανο, η Λαμί από τη Νιγηρία και, ανάλογα, και οι πολλοί χαρακτήρες των μεγάλων που συμμετέχουν δευτερευόντως στην υπόθεση. Η νοσταλγία της μακρινής πατρίδας στους ξένους, χαρές, φιλίες, φλερτ, αναζητήσεις και περιπέτειες των νέων μέσα σε πολυπολιτισμικό κλίμα συμβίωσης και αποδοχής, ίση συμμετοχή αγοριών και κοριτσιών στα εύκολα και στα δύσκολα, βαθιά φυσιολατρεία, προστασία των πολιτιστικών θησαυρών του τόπου, είναι επιμέρους θέματα που προβάλλονται σ’ αυτό το πλούσιο σε θεματικούς άξονες εφηβικό μυθιστόρημα.





Για να ταρακουνήσει όμως τα σημερινά νέα παιδιά που θα το διαβάσουν, ώστε να προβληματιστούν σοβαρά και να θέλουν να δραστηριοποιηθούν στις σημερινές προσπάθειες για την αντιμετώπισή τους, η συγγραφέας παρουσιάζει με έντονα σκοτεινά χρώματα τα μεγάλα οικολογικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, τα οποία απασχολούν τον τόπο το 2030. Τον τόπο μαστίζουν έντονες κλιματολογικές αλλαγές, παρατεταμένη ανομβρία, λειψυδρία, εκτεταμένη αφαλάτωση και έλεγχος του νερού, αστυνομικά μέτρα για την εξοικονόμηση της ενέργειας και την ανακύκλωση, διακόσμηση σπιτιών, δρόμων, σχολείων και πάρκων με πλαστικά ομοιώματα δέντρων, λουλουδιών και πρασίνου, παρακολούθηση των πολιτών με κάμερες εγκατεστημένες παντού (σχολείο, νοσοκομείο), μεγάλη ανεργία, άστεγοι, παρείσακτοι ξένοι, ανεξέλεγκτοι πολιτικοί πρόσφυγες, μαφίες, κίνδυνοι που διατρέχουν τα παιδιά και ειδικά η οργανωμένες απαγωγές τους για απάνθρωπα σχέδια μετάλλαξης ατόμων και εμπορίας οργάνων, με εγκληματική χρήση της πολύ εξελιγμένης ιατρικής. Για φουτουριστικά έργα, λογοτεχνικά, κινηματογραφικά κά., με τέτοιες noir εικόνες του μελλοντικού κόσμου χρησιμοποιείται σήμερα από μερικούς ο όρος δυστοπία αντί ουτοπία.



Χωρίς φωνασκίες και χωρίς ίχνος διδακτισμού η συγγραφέας εκφράζει, με καθαρά λογοτεχνικά μέσα, απαρέσκεια για τις αρνητικές εξελίξεις στη ζωής μας, φανερώνοντας μια κριτική διάθεση, και παράλληλα προβάλλει θετικές στάσεις υπέρ της διατήρησης της απλής και φυσικής ζωής, υπέρ της προστασίας των παιδιών και της κατανόησης των νέων, ακόμη και των κοινωνικά απροσάρμοστων ρεμαλιών, στους οποίους αφιερώνει πολύ συγκινητικές σελίδες, υπέρ της διατήρησης της ταυτότητας του ελληνικού στοιχείου στην Κύπρο, υπέρ της συνύπαρξης κ.ά. Είναι γενικά ένα πλούσιο σε περιεχόμενο κείμενο και με θετική παιδαγωγική , υπό την ευρεία έννοια, διάσταση.



Η δόμηση του αφηγηματικού υλικού της είναι προσεγμένη. Τα 21 κεφάλαιά του, όπως και το μυθιστόρημα στο σύνολό του, είναι ολοκληρωμένα. Με άνεση και υπομονή απλώνει πλατιά την αφήγησή της, χωρίς να υποτιμά τις λεπτομέρειες που γεμίζουν τα περιστατικά της υπόθεσης, ώστε το κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε ν’ αποτελέσει ανεξάρτητο επεισόδιο σε περίπτωση μεταφοράς του έργου στην οθόνη. Η αστική νεοελληνική της γλώσσα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα φιλτραρισμένη, είναι σωστή και επιμελημένη και συμβάλλει στη στρωτή αφήγηση.



Το μυθιστόρημα Η απαγωγή του Γκάπι δεν γίνεται ποτέ βαρύ. Η Γιόλα Παπαδοπούλου στο έργο της ξεδιπλώνει τις συγγραφικές εμπειρίες και αρετές της. Με αφοπλιστική απλότητα, αφηγηματική και μυθοπλαστική άνεση και ευχέρεια, χωρίς να αναλύει εξιχνιαστικά θέματα, καταστάσεις και χαρακτήρες, με δυνατές περιπέτειες και εμπειρίες των νεαρών πρωταγωνιστών, στις οποίες εμπλέκονται τελικά και οι μεγάλοι, προκαλεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι τέλους. Σ’ αυτό συντείνουν και οι δυνατές ανατροπές στην υπόθεση, που ξεκινούν από τα πρώτα κεφάλαια. «...γρήγορος και σφικτός ρυθμός, δράση που καθηλώνει και, παράλληλα, χιουμοριστικές πινελιές που...σφύζουν από πρωτοτυπία», γράφει και ο Ανδρέας Κούνιος για το βιβλίο στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ (3 Δεκ. 2010). Με την επιλογή ως αφηγητή της ιστορίας, σε πρώτο πρόσωπο, του συντονιστή-αρχηγού της παρέας Χρήστου, μαθητή της Β΄ Γυμνασίου, 13 χρονών, όπως σημειώνεται και στο σκεπτικό βράβευσης, «το μυθιστόρημα γράφεται από την οπτική ενός μεγάλου παιδιού ...Είναι επομένως απαλλαγμένο από την οπτική του ενήλικα». Κερδίζει σε παιδικότητα-νεανικότητα. Βέβαια την οπτική του ενήλικα-συγγραφέα δεν την αποφεύγει σε τέσσερα μεμονωμένα κεφάλαια, στα οποία η δράση εκτυλίσσεται σε χώρους όπου ο νεαρός αφηγητής δεν ήταν παρών, οπότε αντικαθιστά με τριτοπρόσωπη αφήγηση και παντογνώστη αφηγητή.



Η Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ έκαναν, ως συνήθως, μια έκδοση επαγγελματική και σοβαρή, ανάλογα με το είδος του έργου και την ηλικία παιδιών στα οποία απευθύνεται.



Γι’ αυτά που ανέφερα με συντομία, νομίζω ότι δίκαια μπορούμε να συγχαρούμε τη Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου για το τολμηρό, φιλόδοξο και πρωτότυπο εφηβικό-νεανικό μυθιστόρημά της Η απαγωγή του Γκάπι και τη βράβευσή του.





Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Παρουσίαση των βιβλίων Παιδικής & Νεανικής Λογοτεχνίας που τιμήθηκαν με Κρατικό Βραβείο τ0 2011




O Σύνδεσμος Παιδικού Νεανικού βιβλίου

σας προσκαλεί στην εκδήλωση για την παρουσίαση

των βιβλίων που τιμήθηκαν το 2011 με Κρατικό Βραβείο

παιδικής-νεανικής λογοτεχνίας και εικονογράφησης,

που θα γίνει την Τρίτη, 11/12/2012 και ώρα 7.00μ.μ.

στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Στροβόλου (αίθριο).

Θα παρουσιαστούν τα βιβλία: Ξέδετα κορδόνια, της Κίκας Πουλχερίου,

Η απαγωγή του Γκάπι, της Γιόλας Δαμιανού –Παπαδοπούλου,

Πλανήτης γη μια ανοιχτή πληγή, του Τάσου Αριστοτέλους

και Άλφα, βήτα..2,3 άνω κάτω τα σχολεία,της Κατίνας Ζένιου

Κωνσταντινίδου, με εικονογράφηση Φρίξου Μιχαηλίδη

(βραβείο εικονογράφησης).



Διάρκεια εκδήλωσης: 60΄







ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαιρετισμός Αντιπροέδρου ΚΣΠΝΒ κ. Φλώρας Τιμοθέου

Χαιρετισμός Δ/ντή Πολιτιστικών Υπηρεσιών κ. Παύλου Παρασκευά

Ξέδετα κορδόνια (Κίκας Πουλχερίου), Κώστας Κατσώνης, Πρόεδρος ΚΣΠΝΒ

Η απαγωγή του Γκάπι (Γιόλας Δ. Παπαδοπούλου), Δώρος Θεοδούλου-φιλόλογος

Πλανήτης γη μια ανοιχτή πληγή (Τάσου Αριστοτέλους), Μίμης Σοφοκλέους, πανεπιστημιακός-καθηγής και εκδότης

Η εικονογράφηση του βιβλίου της Κατίνας Ζένιου Κωνσταντινίδου :

Άλφα, βήτα..2,3 άνω κάτω τα σχολεία, Φρίξος Μιχαηλίδης (βραβείο εικονογράφησης)

Αντιφώνηση συγγραφέων







Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Γύρισε σελίδα

Παρουσίαση του βιβλίου: Γύρισε σελίδα, βιβλιοπωλείο Georgiana                       Ο Όμηρος Αβραμίδης στην Κύπρο


                                                                  Γυρίζει σελίδα

Παρουσιάσεις:

Λάρνακα, Βιβλιοπωλείο Georgina 13/11/2012

Λεμεσός Βιβλιοπωλεία Κυριάκου 14/11/2012

Πάφος Βιβλιοπωλεία Πάργα 15/11/2012

Λευκωσία Βιβλιοπωλεία Πάργα 16/11/2012

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ανταλλαγές βιβλίων




Όταν κάτι πρωτότυπο συμβαίνει κι έρχεται να ταράξει τα νερά της στασιμότητας, δεν πρέπει να μένει απαρατήρητο. Όταν εκεί που πιστεύεις πως ο μήνας Αύγουστος είναι ένας μήνας αργόσχολος και μαλθακός, και ξάφνου σου παρουσιάζεται δραστήριος και εποικοδομητικός, τότε αλλάζεις δεδομένα και αντιλήψεις, γίνεσαι πρακτικός και ευπροσάρμοστος. Τις αντιλήψεις μας τις άλλαξε ένα παιδί 17 χρονών, ο Δημήτρης Τσολάκης που μας φώναξε με τον δικό του τρόπο μέσα από το facebook «τι κι αν υπάρχει κρίση και δεν μπορείτε να αγοράσετε όσα βιβλία ποθεί η ψυχή σας, μπορείτε να τα αλλάξετε μεταξύ σας». Σας μεταφέρω το κείμενο που έχω αναρτήσει ήδη στο facebook.

Οι ανταλλαγές βιβλίων μέσω του facebook ομολογώ πως ήταν ένα πολύ έξυπνο τέχνασμα που άρχισε ο Δημήτρης Τσολάκης και έκαναν ολόκληρο τον Αύγουστο να περάσει όμορφα, ανάμεσα σε χωρατά, ανταλλαγές απόψεων και βιβλίων. Κατάφερε να δημιουργήσει μια παρέα από ανθρώπους που αγαπούν το διάβασμα, άγνωστους μέχρι χτες μεταξύ τους να ανταλλάξουν βιβλία ανάμεσα σε χωρατά, φλυαρία και γέλιο. Ίσως αυτό να σταθεί και η αρχή μιας φιλίας που θα συνεχιστεί, με κοινό ενδιαφέρον το βιβλίο.

Όλο αυτό για μένα που παρακολουθούσα από κοντά το παιγνίδι, ήταν ένα νοερό σεργιάνι σε όμορφες σκέψεις ανθρώπων, σε μικρές ανθρώπινες ιστορίες που πάντα ένας συγγραφέας με το διεισδυτικό μάτι μπορεί να ξετρυπώνει από αθώες κουβέντες, σε δαντελωτές ακρογιαλιές όπου οι διαδικτυακές φίλες ξέφευγαν για μια βουτιά στα γαλανά νερά κι επέστρεφαν δριμύτερες για πιο πολλά βιβλία και πιο πολλές ανταλλαγές. Μέσα απ’ το χωρατό και το πλα, πλα άνοιγαν μπροστά μου τόσο παραστατικά εικόνες πλανόδιων βιβλιοπωλών να σέρνουν καροτσάκια απάνω στη χρυσή αμμουδιά και να διαλαλούν «εδώ το καλό βιβλίο». Δυστυχώς εδώ στις δικές μας ακρογιαλιές αυτοί που σπρώχνουν καροτσάκια το μόνο που ξεφωνίζουν είναι «παγωτό, πάρτε μελωμένες μπόμπες». Εύχομαι να βρίσκονται πάντα τρόποι να γίνεται το βιβλίο μέσο κοινωνικής συνεύρεσης. Ευχαριστώ την συντροφιά για την καλή παρέα που μου πρόσφερε. Δεν ξέρω αν θα με πείτε ρομαντική, αλλά πιστεύω πως παιδιά σαν τον Δημήτρη Τσολάκη γεννούν αισιοδοξία στην καρδιά μου!!



Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Η Ελευθερία του να παίζει κανείς, να πιστεύει, ν' αγαπά, να ζει εν ειρήνη




Σήμερα είναι η μαύρη επέτειος της εισβολής του 1974. Εδώ και κάποια χρόνια δεν ξέρω αν στις 20 Ιουλίου πρέπει να γιορτάζω ή να θρηνώ. Ήταν 20 Ιουλίου το 1969 όταν παντρεύτηκα και σήμερα κλείνω 43 χρόνια ευτυχισμένου γάμου. Όμως εκείνος ο θλιβερός Ιούλης της εισβολής εδώ και 38 χρόνια, επισκιάζει τη χαρά και η ψυχή κουρνιάζει στο γενικό συναίσθημα της περισυλλογής.


Σήμερα αποφάσισα να δημοσιεύσω για πρώτη φορά το διήγημα η Ελευθερία, του να παίζει κανείς, να πιστεύει ν' αγαπά, να ζει... εν ειρήνη με το οποίο πήρα το Πρώτο Βραβείο στον Ευρωπαϊκό Διαγωνισμό που προκήρυξαν οι Δήμοι της Βαλ ντι Νιέβολε της Ιταλίας το 2006. Ταιριάζει με την επέτειο της εισβολής.

Ο Διαγωνισμός ήταν με την Υψηλή αναγνώριση του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας και τη στήριξη του Υπουργείου Εξωτερικών στα πλαίσια της πρωτοβουλίας «... από την Βαλ ντι Νιέβολε στην Ευρώπη... με τον έναστρο ουρανό πάνω από μας....»

Η απονομή έγινε στο χώρο του Excelsio historical thermal lobby στην Μοντεκατίνη στις 19 Μαΐου 2007 .



«η Ελευθερία, του να παίζει κανείς, να πιστεύει

ν’ αγαπά, να ζει .... εν ειρήνη»


Ήμουν σ’ εκείνη την ηλικία της ήβης θυμάμαι, που όλα γύρο μου είχαν μια τρυφερή δροσιά κι ένα αρωματισμένο περιτύλιγμα ομορφιάς... Λες και μια καλή νεράιδα με το ραβδί της, μεταμόρφωνε όλες τις ασχήμιες σ’ ένα πανέμορφο περιβόλι... Ένιωθα την καρδιά μου τόσο ανάλαφρη που νόμιζα πως αν ανέβαινα απάνω στην αμυγδαλιά κι άνοιγα τα χέρια σαν φτερούγες, θα πετούσα ... Κι όταν τελικά αυτό αποδεικνυόταν ακατόρθωτο, εγώ πάλι πετούσα με τη σκέψη μου. Μεταμορφωνόμουν σε μεταξωτή πεταλούδα και πέταγα πέρα απ’ τα δέντρα κι αλώνιζα στα βουνά του πενταδάκτυλου που φαίνονταν απόμακρα πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών... Ντυνόμουν το φως του φεγγαριού και πιανόμουν στο χορό με τον άνεμο και τ’ αστέρια, σίγουρη πια πως μπορούσα ν’ αγκαλιάσω ολάκερο τον κόσμο...

Η μαμά εκείνη την εποχή, μπαινόβγαινε στο σπίτι σκυφτή, μ’ ένα μόνιμο πένθος στη ψυχή. Δέκα χρόνια μετά την εισβολή, ο χρόνος δεν μπόρεσε να ζεστάνει την καρδιά της. Πρόσφυγας σ’ ένα διαμέρισμα καταυλισμού, που όσο και να προσπάθησε, της ήταν ξένο... σε μια πόλη που ποτέ δεν ένιωσε δική της! Όσο βαθιά κι αν σκάλιζα μέσα της να ξεθάψω ένα χαμόγελο, μια ανεμελιά για να ταιριάξει με τη δική μου αισιοδοξία, στάθηκε μάταιο. Κάθε φορά που έβγαινε στο μπαλκόνι και η μοναδική εικόνα π’ αντίκριζε ήταν μια μελαγχολική άπλα γκρίζου μπετόν, η ματιά της θόλωνε κι αργόβγαιναν οι θύμησες κουβάρια απ’ την καρδιά της.



«Το σπίτι μας στην Αμμόχωστο ήταν ζωντανό και φιλόξενο» ψιθύριζε και η ματιά της άλλαζε με μιας χρώμα και διάθεση. Η φωνή της γινόταν βελούδινη, φευγάτη, λες και μεταπηδούσε αστραπιαία σ’ ένα άλλο δικό της κόσμο. «Το σπίτι μας εκεί, ήταν πνιγμένο μέσα στα δέντρα και πιο πέρα ξαπλωνόταν η θάλασσα. Την άνοιξη ο κήπος μοσχομύριζε ανθισμένες λεμονιές και κρίνα. Οι τριανταφυλλιές σκαρφάλωναν απάνω στα κάγκελα και γέμιζε η βεράντα χρώματα κι αρώματα... Πρωί πρωί με ξυπνούσε το ερωτιάρικο τραγούδι της θάλασσας. Ήταν η ώρα που η πούλια αναδυόταν ρόδινη μέσα απ’ τα κύματα ντυμένη στα χρυσά... Τότε έβγαινα στη βεράντα μ’ ένα φλιτζάνι καφέ και ζούσα τούτη τη μαγευτική ομορφιά....»



Και η φωνή της έσβηνε απάνω σ’ ένα κόμπο που την έπνιγε. Κι εγώ μάταια παρακαλούσα να συνεχίσει τη διήγησή της γιατί αυτό βοηθούσε τα δικά μου νοερά ταξίδια. Παρ’ όλο που ήμουν μικρό παιδί όταν έγινε το κακό, θυμάμαι αμυδρά το πέτρινο σπίτι μας πλάι στη θάλασσα. Ακόμα θυμάμαι την αμυγδαλιά στην άκρη της αυλής. Τέντωνα τα μικρά ποδαράκια μου κι έψαχνα μαγεμένη να βρω ανάμεσα στα πυκνά κλαριά, τα κρυμμένα τζιτζίκια που μας τρέλαιναν με τα τραγούδια τους. Πίσω απ΄ την αμυγδαλιά έστεκε περήφανο το καμπαναριό και πίσω απ’ αυτό ξεμυτούσε ένας μιναρές. Οι εικόνες αυτές χαράκτηκαν μέσα στην παιδική ψυχή μου παίρνοντας διαστάσεις απέραντες, που έφταναν μέχρι τον ουρανό! Η μαμά λέει πως το καμπαναριό εκείνο ανήκει στην εκκλησία του Σταυρού. Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Κι ούτε ξέρω αν το καμπαναριό βρίσκεται ακόμα στη θέση του... Οι εικόνες μου ενισχύονταν πιο πολύ απ’ τις συχνές διηγήσεις της μητέρας.

Συχνά η μαμά, ενώ έφτιαχνε τα στρωσίδια του κρεβατιού της, μονολογούσε.

«Στην Αμμόχωστο το νυφικό κρεβάτι μου ήταν καμωμένο από ξύλο καρυδιάς. Απάνω στο κεφαλάρι ήταν σκαλισμένες μαργαρίτες απ’ τον καλύτερο μαραγκό της πόλης. Το στόλιζα μ’ εκείνο το σκέπασμα από κροσέ που έφτιαξε η μανούλα μου με τα χεράκια της, Θεός αναπάψει τη ψυχούλα της».

Και η γλύκα απ’ τη φωνή της έντυνε τους τοίχους, πιανόταν απ’ τις κουρτίνες κι έκανε παιγνίδια με τις ηλιαχτίδες που τρύπωναν απ’ τα τζάμια... Παρατηρούσα μαγεμένη τη μαμά που φάνταζε τόσο όμορφη μέσ’ το παραμιλητό της... «Μαμά σε ποιόν μιλάς;» ρωτούσα απορημένη. «Στον πραγματικό εαυτό μου κοριτσάκι». Εγώ τότε δεν καταλάβαινα και ξαναρωτούσα.

«Έχεις δυο εαυτούς;»

«Ναι μωρό μου».

«Ένα αληθινό κι ένα ψεύτικο; Κι εγώ ποιόν έχω για μανούλα;»

Τότε άφηνε τις δουλειές, με έπαιρνε αγκαλιά και καθισμένες στο κρεβάτι μου εξηγούσε.

«Ο ένας εαυτός μου είναι αυτός που ζει σ’ ετούτο ΄δω το σπίτι, που δε διάλεξε και δεν αγαπάει... Μοιάζει πιο πολύ με αηδόνι που το κλείσανε σε κλουβί κι έχασε τη λαλιά του. Ο άλλος μου εαυτός είναι ο πραγματικός. Αυτός που είναι λεύτερος και χαρούμενος. Ζει στην Αμμόχωστο, στο σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα με τη μαμά και τον μπαμπά μου. Εκεί παντρεύτηκα και γέννησα εσένα».

«Και πως μπορείς να ζεις σ’ ένα σπίτι που δεν βλέπεις ούτε αγγίζεις;»

«Με τα μάτια της καρδιάς! Να θυμάσαι κοριτσάκι μου, η καρδιά και το πνεύμα είναι λεύτερα, κανείς δεν μπορεί να σου τα πάρει αν δεν τα παραδώσεις εσύ μονάχη!»

Η μαμά, τα έλεγε όλα αυτά απλά για να τα καταλαβαίνω. Μέσα μου όμως το ΄νιωθα πως δεν ήταν τόσο απλά. Ήταν λόγια μεγάλα, βαθιά, που θα κρατούσαν τις ισορροπίες μου μια ολάκερη ζωή!



Ο πατέρας ήταν πιο προσγειωμένος. Δεν συντηρούσε αυταπάτες! Έλυε τα προβλήματα της ζωής με απλά μαθηματικά χωρίς συναισθηματισμούς. Αναπολούσε τα παλιά σαν κάτι υπέροχο που ευτύχησε να ζήσει και χάθηκε ανεπανόρθωτα. Ποτέ δεν πίστεψε πως κάποια μέρα θα πάρουμε πίσω τη χαμένη γη και ότι θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Γι αυτό κοιτούσε μπροστά. Εργαζόταν ακούραστα, με πείσμα να ξαναφτιάξει αν όχι όλα, ένα μέρος απ’ αυτά που χάθηκαν. Όμως δεν αρνιόταν ποτέ, όταν η μαμά ζητούσε να την πάει στο οδόφραγμα της Δερύνειας. Της πόλης που έστεκε υπομονετικά αντίκρυ απ’ τη θλιμμένη πόλη, την Αμμόχωστο! Τα συρματοπλέγματα και η ουδέτερη ζώνη, ένας οδυνηρός φραγμός στα επιτακτικά κτυπήματα της καρδιάς της μητέρας. Ακινητοποιούσαν τα βήματα μια σπιθαμή πριν απ’ το όνειρο!

Εκεί στη Δερύνεια, απ’ ένα μπαλκόνι αγναντεύαμε την Αμμόχωστο που ξαπλωνόταν σιωπηλή πέρα απ’ τις κορφές των δέντρων. Τόσο κοντά, που είχες την αίσθηση πως αν άπλωνες το χέρι μπορούσες να την αγγίξεις.... Τα κτίρια, που κάποτε ήταν περήφανα ξενοδοχεία, είχαν απάνω τους τρανταχτά τα σημάδια των πολυβόλων. Το κύμα έσκαγε στα πόδια τους, αφήνοντας μικρούς αναστεναγμούς σαν θρήνο, σαν παράπονο για τη μοναξιά. Και το βραδάκι, το φεγγάρι ολόγιομο, εστίαζε όλο του το φέγγος απάνω τους για να σβήσει τα σκοτάδια της εγκατάλειψης. Το βλέμμα της μανούλας μου τρύπωνε λαίμαργα μέσα απ’ τις φυλλωσιές να ξεδιαλύνει τις λεπτομέρειες.

«Μονάχα οι γάτες την περπατούν» έλεγε και ντυνόταν η φωνή της το χρώμα της λύπης.. Σε δευτερόλεπτα μονάχα το βλέμμα της πάλιν ζωντάνευε.. «Το βλέπεις το καμπαναριό, εκεί κάτω στα δεξιά; Εκεί πέρα είναι το σπίτι μας». Κι άνοιγε πάλιν η καρδιά της, λες και οι χαρούμενες στιγμές απ’ το παρελθόν γυρνούσαν και γέμιζαν το τώρα, σαν να μην μεσολάβησαν τα χρόνια της συμφοράς, οι λύπες και τα δάκρυα... Στεκόταν ώρες εκεί σιωπηλή, με το βλέμμα σταθερά στραμμένο σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο. Η έκφρασή της μεταπηδούσε απ’ τη λύπη στη χαρά, στην ευτυχία αναπολώντας όσα στα χρόνια που πέρασαν κατέγραψε η καρδιά της... Εμείς σεβόμασταν τούτες τις δικές της στιγμές και σωπαίναμε!

Εκείνες τις μέρες, δεν καταλάβαινα πολύ αυτές τις νοερές περιπλανήσεις της μητέρας.. Τώρα, γυναίκα πια, έχω καταλάβει... Ξέρω πως μέσα απ’ εκείνο το τρέμουλο του κορμιού της, μέσα απ’ εκείνο τον αναστεναγμό, το πνεύμα αποσυνδεόταν απ’ το σώμα. Αψηφούσε τις στρατιωτικές περιπολίες και σεργιανούσε λεύτερο, πέρα απ’ τα δέντρα, έχοντας σημάδι το ψηλό καμπαναριό. Την οδηγούσαν οι μυρωδιές του κήπου της, το γλυκό τραγούδι της θάλασσας, η παλιά της γειτονιά ... που της ψιθύριζε λόγια γλυκά της νιότης. Κουβέντες που ξέθαβε απ’ τα έγκατα του νου. Ακόμα και το μωρουδιακό κλάμα της κόρης της, αντηχούσε νωπό στ’ αυτιά της. Κι έμπαινε στον αυλόγυρο του σπιτιού της, αφέντρα περήφανη. Η τριανταφυλλιά κρατιόταν καλά απ’ τα κάγκελα φορτωμένη ροζ μπουμπούκια. Στο καθιστικό βλέπει τα έπιπλα που την προίκισε ο πατέρας. Το νυφικό κρεβάτι με τις σκαλιστές μαργαρίτες σκεπασμένο με το χειροποίητο στρώμα της μάνας της..... Η νυφική φωτογραφία των γονιών της απάνω στο σκαλιστό έπιπλο. Πόσο πολύ έκλαψε για ΄κείνη τη φωτογραφία που φεύγοντας μέσα στον πανικό δεν κατάφερε να πάρει μαζί της... Όμως σε τούτα τα νοερά ταξίδια όλα ήταν δικά της, στη θέση τους και η καρδιά της πλημμύριζε από χαρά κι ευτυχία σαν να μην έφυγε ποτέ!



Είκοσι εννέα χρόνια μετά την εισβολή η μαμά, εξακολουθούσε να ζει στο δικό της κόσμο του οράματος και της υπέρβασης. Το παρελθόν ενσωματωνόταν πεισματικά στο παρόν χωρίς αντιπαραθέσεις σαν ένα σώμα, μια ψυχή. Το κορμί της υπέκυπτε μοιραία στην προσταγή του χρόνου μα η καρδιά διατηρούσε τη δροσιά της νιότης!

Κάποια στιγμή όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και ο κόσμος έτρεχε συνεπαρμένος στα χωριά του, σκέφτηκα πως ίσως ήθελαν και οι γονείς μου να κάνουν αυτό το προσκύνημα στους τόπους που γεννήθηκαν...

«Τι λέτε πάμε κι εμείς μια βόλτα στην Αμμόχωστο;» Ρώτησα με επιφύλαξη.

Όμως δεν έδειξαν ενθουσιασμό. Ο πατέρας σχολίασε «δεν δείχνω εγώ διαβατήριο για να επισκεφτώ την πατρίδα μου σαν ξένος».

Και η μαμά συμφώνησε «τι, να πάω και να βρω ξένους να κατοικούν το σπίτι μου;»

Κι εγώ, φοβόμουν να επιμείνω. Φοβόμουν μην ήταν η πραγματικότητα πολύ σκληρή και απόκοπτε τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τη μαμά με το παρελθόν. Γιατί τότε δεν θα ΄χε τίποτα πια να ονειρεύεται, και να ζει σε ψυχική ειρήνη.

Την απόφαση την πήραμε ένα χρόνο μετά. Όταν ο πατέρας δεν ήταν πολύ καλά στην υγεία του. Μου το πρότεινε ο ίδιος.

«Τι λες Ελενίτσα μου, να πάμε κι εμείς σιγά σιγά να δούμε τι απέγινε το άμοιρο το σπίτι μας; Τη λύση που πίστευα πως θα με πάει λεύτερο στην πόλη μου, δεν τη βλέπω να ΄ρχετε. Και οι δικές μου οι αντοχές λιγοστεύουν».

Η μητέρα άκουγε χωρίς ενθουσιασμό. Όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.. Γιατί οι γονείς μου στη ζωή τους όλα μαζί τ’ αποφάσιζαν. Έτσι ένα Κυριακάτικο πρωινό κινήσαμε για «το ταξίδι της καρδιάς μας».

Η διαδρομή δεν θύμιζε τίποτα σ’ εμένα. Αμυδρά, κάτι ασήμαντες εικόνες έκαναν κλικ για δευτερόλεπτα μονάχα στο μυαλό. Αντίθετα, οι γονείς μου δεν έπαυαν να κάνουν μικρούς συσχετισμούς με θύμησες παλιές απ’ τα δρομάκια, τη φύση, τους ανθρώπους. Πότε με ενθουσιασμό και πότε με νοσταλγία. Μα σαν διασχίσαμε τα στενά γραφικά δρομάκια των χωριών, λούφαξαν στη σιωπή. Η καρδιά μάτωσε μπρος στις ερειπωμένες εκκλησιές, με κομμένους τους σταυρούς... χωρίς καντήλι, χωρίς το ζέσταμα μιας προσευχής... Προσπερνούσαμε ταπεινά σπιτάκια με σφαλιστά ξεθωριασμένα παραθύρια. Ο χρόνος άφηνε έκδηλα τα σημάδια του... Οι καινούργιοι ένοικοι τα κατοικούσαν χωρίς καμιά επέμβαση ή συντήρηση λες και η γνώση πως δεν είναι δικά τους, τους άφηνε αδιάφορους. Κουβαλούσαν μέσα τους εκείνο το αίσθημα της προσωρινότητας που κάνει τους ανθρώπους να κάνουν σημειωτά βήματα που δεν βγάζουν πουθενά.....

Μέσα μου φώλιασε ο φόβος για το τι θα συναντούσαμε στο δικό μας σπίτι. Οι καινούργιοι ένοικοι θα μας άφηναν να μπούμε; Αν μας έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα οι γονείς μου θα ζούσαν ένα δεύτερο ξεσπίτωμα! Κοιτούσα το εφτασφράγιστο ύφος της μαμάς που έκλεινε όλες τις πόρτες και δεν έβρισκα πέρασμα να φτάσω τη σκέψη της. Ν’ ακουμπήσω την καρδιά της...

Με τις οδηγίες του πατέρα, διέσχισα την πόλη και μπήκα στην παλιά μας γειτονιά. Κατεβήκαμε απ’ το αυτοκίνητο και η ψυχή μας ήταν πιότερο μουδιασμένη απ’ το κορμί... Στην ατμόσφαιρα επικρατούσε ένας μυστικισμός, μια ιερότητα που έφερνε δάκρυα στα μάτια. Οι εικόνες γύρο μας δεν είχαν αλλάξει πολύ.... Μονάχα ο χρόνος στέγνωσε τη λάμψη και τη χαρά του παρελθόντος. Το πέτρινο σπίτι μας στεκόταν εκεί μουντό κι ανέκφραστο. Τα σφαλιστά παραθύρια άφηναν που και που ένα αμυδρό πράσινο ανάμεσα στις κόχες, για να θυμίζουν κάτι απ’ την αλλοτινή τους ταυτότητα... Στη βεράντα η αναρριχητική τριανταφυλλιά φορτωμένη μπουμπούκια... Η μαμά ακίνητη, οσφραινόταν βαθιά να πιάσει τις γνώριμες μυρωδιές, τους ήχους να επαληθεύσει τις νοερές περιπλανήσεις της.... Ξαφνικά νιώσαμε και οι τρεις τόσο ευάλωτοι, πλημμυρισμένοι αισθήματα που δεν ξέραμε να κουμαντάρουμε. Κτητικότητα, απαγόρευση, θυμό, νοσταλγία, αγάπη... Αισθήματα που έχαναν το πραγματικό τους νόημα... Είμαστε οι φυσικοί κάτοχοι του σπιτιού και δεν μας ανήκε....Ήρθαμε σαν ταπεινοί επαίτες να εκλιπαρήσουμε μια λιγόλεπτη επαφή με ότι αγαπήσαμε, με ότι σημάδεψε τη ζωή μας.. Ο κόσμος του παράλογου μας κρατούσε απ’ το χέρι κι εμείς λογικά αδύναμοι να καταλάβουμε, χορεύαμε τους ρυθμούς του.... Λίγα μέτρα πιο πέρα γουργούριζε η θάλασσα ένα καλωσόρισμα γλυκό που μας έδωσε θάρρος να προχωρήσουμε. Ο πατέρας πήρε πρώτος ανάσα.

«Τι λέτε, πάμε;»

«Να πάμε που;» ρωτάει η μαμά με μια φωνή ξύλινη.

«Να κτυπήσουμε την πόρτα» είπε ανυπόμονα ο πατέρας.

«Μείνετε εδώ, θα κτυπήσω εγώ και θα σας φωνάξω» είπα.

Ανέβηκα με χτυποκάρδι τα σκαλοπάτια. Με το πρώτο κτύπημα στην πόρτα φάνηκε μια μεσήλικη μαντιλοδεμένη τουρκάλα

«Φόσκελτιν» είπε στη γλώσσα της και η ματιά της μαρτυρούσε το φόβο που κρυφόκαιε χρόνια στη ψυχή της. Ήρθαν οι ιδιοκτήτες να της πάρουν το σπίτι!

«Οι γονείς μου θέλουν να επισκεφτούν το σπίτι τους» είπα αμήχανα. Το ίδιο αμήχανα παραμέρισε και η τουρκάλα, δείχνοντας έτσι πως μπορούσαμε να περάσουμε.

Η μητέρα έσερνε με κόπο τα βήματά της λες και ξαφνικά έγινε μια ανήμπορη γριούλα. Στο καθιστικό πήρε ανάσα και προσπάθησε να καθησυχάσει τους κτύπους της καρδιάς της. Ο χώρος ήταν ίδιος. Όμως η αύρα του σπιτιού δεν είχε τίποτα δικό της. Μονάχα οι πολυθρόνες σκελεθρωμένες κι άψυχες, έστεκαν εκεί να μαρτυρούν κάποιες ξεχασμένες εποχές. Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην κρεβατοκάμαρα και είδε το νυφικό κρεβάτι της. Το βερνίκι στέρεψε και οι σκαλιστές μαργαρίτες μαράθηκαν. Το σκέπασμα της μάνας απουσίαζε. Η ματιά της λαίμαργη, καρφώθηκε στο σκαλιστό έπιπλο που φιγουράριζε απάνω του ακόμη, η νυφική φωτογραφία των γονιών της. Την πήρε ευλαβικά, σαν εικόνισμα και την έφερε στα χείλη. Η τουρκάλα δεν έχασε ευκαιρία.

«Αν θέλεις να πάρεις, πλήρωσε εμένα £20».

Η μητέρα, με μια ενστικτώδη κίνηση ακούμπησε τη φωτογραφία στην καρδιά της. Κατέγραφε έτσι τη γαλήνη, την ηρεμία και όλη την θετική ενέργεια που της χάριζαν οι αγαπημένες μορφές των γονιών της. Οι κόμποι απ’ τις κλειδώσεις των χεριών της έγιναν μεγάλοι κόκκινοι ρόζοι απ’ την ένταση. Φίλησε ξανά τη φωτογραφία και την απόθεσε στην αρχική της θέση. Έριξε μια συμπονετική ματιά στη γυναικούλα που στεκόταν μπρος της και βγήκε έξω με γοργά βήματα. Κοντοστάθηκε μονάχα πλάι στην τριανταφυλλιά. Έκοψε ένα τριαντάφυλλο το μύρισε, το απόθεσε στο μέρος της καρδιάς και μπήκε στο αυτοκίνητο.

Τώρα ήξερε. Σπίτι δεν είναι οι πέτρες και τα ξύλα. Δεν είναι τα έπιπλα. Είναι οι άνθρωποι που το κατοικούν. Είναι οι χαρές και οι λύπες που το εμπλουτίζουν και γίνονται ένα με σένα. Αυτό που βρήκε δεν ήταν το σπίτι της. Το σπίτι της είναι αυτό που κουβαλούσε μέσα της. Ένα χάδι απ’ τα χέρια του πατέρα σαν ήταν παιδί. Το γλυκό νανούρισμα της μάνας, ο πρώτος της έρωτας, ο γάμος, το παιδί της! Κι όλα αυτά τα κρατούσε ζωντανά στην καρδιά της. Σπίτι της, θα γινόταν ξανά όταν επιστρέψει αφέντρα και στολίσει τα ράφια της με ότι πολύτιμο κουβαλούσε στη ψυχή της!

Βρήκαμε τη μαμά καθισμένη στο αυτοκίνητο ήρεμη να χαμογελά. «Γιατί δεν πήρες τη φωτογραφία;» Ρώτησε ο πατέρας. «Την πήρα, να εδώ τη φυλάω» κι έδειξε το μέρος της καρδιάς. Εγώ έκρυψα συνωμοτικά τη φωτογραφία των παππούδων μου βαθιά στη τσάντα μου. Ανάπνευσα με ανακούφιση. Η επίσκεψη αυτή δεν θα της στερούσε την ελευθερία να σκέφτεται, ν’ αγαπά και να ζει εν ειρήνη με ότι κουβαλούσε στην καρδιά της!

Απ’ εκείνη τη μέρα η μαμά χανόταν ολότελα στις νοερές περιπλανήσεις της. Το πνεύμα ελεύθερο πετούσε πάνω απ’ την αγαπημένη πόλη. Σαν την καλή νεράιδα μ’ ένα μαγικό ραβδί, αφάνιζε οδοφράγματα και στρατούς, έσβηνε τα σημάδια απ’ τους βομβαρδισμούς και τις οβίδες. Τα κτίρια έπαιρναν την παλιά τους λάμψη και στους δρόμους περπατούσαν ανέμελα Έλληνες και Τούρκοι. Δυο λαοί, δυο κουλτούρες συμβίωναν μονιασμένες... Ανάμεσά τους κι αυτή, ξυπόλητη στην ακρογιαλιά, χάραζε απάνω στην άμμο τα όνειρά της. Σ’ ένα απ’ αυτά τα νοερά ταξίδια, αγναντεύοντας τη θάλασσα, έφυγε η μαμά απ’ την ζωή, ευτυχισμένη στην αγαπημένη της πόλη, την Αμμόχωστο!




























































































Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Η έκρηξη στο Μαρί






   Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από την χωρίς αιτία κι αφορμή έκρηξη της 11ης Ιουλίου στο Μαρί στην οποία έχασαν τη ζωή τους δεκατρείς άνθρωποι. Στις 4.27 ώρα πρωινή άναψε η πρώτη φλόγα και έκτοτε δεκατρία σπίτια έγιναν στάχτη, οι καρδιές δεκατριών οικογενειών αιμορραγούν ζητώντας απεγνωσμένα μια λογική εξήγηση, μια συγνώμη, δικαίωση. Τίποτα δεν γίνεται και ο πόνος κουρνιάζει στη λήθη, εκεί που ο χρόνος διαγράφει κι εξαγνίζει τα πάντα… Τι κι αν η Πόπη η μητέρα των διδύμων με το απροσμέτρητο σθένος της ρωτά «τι μάθαμε απ’ αυτό που έγινε; Γίναμε καλύτεροι άνθρωποι;» Μάθαμε να τιμωρούμε; Μάθαμε να λέμε αλήθειες;

Θέλω να μεταφέρω ένα απόσπασμα από το καινούργιο μου μυθιστόρημα «Τελευταίος χορός» που είναι αφιερωμένο στους δεκατρείς ήρωες του Μαρί. Θα κυκλοφορήσει αρχές του 2013.



« Η 11η Ιουλίου ήταν η κατάλληλη μέρα να κάνει το τελευταίο γύρισμα της ταινίας του. Ήταν μια σκηνή που θα κατέγραφε την ανατολή του ηλίου. Ήθελε τον ήλιο να αναδύεται μέσα από τα γαλάζια νερά της θάλασσας, και αυτή τη μέρα πίστευε πως θα είχε το ποθούμενο αποτέλεσμα, οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Είχε ψάξει στο διαδίχτυο όλες τις μετεωρολογικές προβλέψεις, η ομίχλη θα ήταν σε ορατά επίπεδα και η Ανατολή προβλεπόταν λαμπερή με λίγη καταχνιά, αυτό θα έδινε μια ενδιαφέρουσα άποψη στη σκηνή. Σαν τοποθεσία επέλεξε το Governor΄s Beach, καμιά εξηνταριά χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Ύστερα από πολλή σκέψη αποφάσισε πως αυτό ήταν το πιο ευνοϊκό σημείο να στήσει τις κάμερες. Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο ήταν νύχτα, και οι έρημοι δρόμοι τον βοηθούσαν να αναπτύσσει ταχύτητα.

Στις 4.00 η τοποθεσία ήταν ακόμα βυθισμένη στο σκοτάδι με μια υπερκόσμια σιωπή που διακοπτόταν μονάχα από τον παφλασμό των κυμάτων. Άναψε τσιγάρο και γέμισε την κούπα καφέ από ένα θερμός πλάι του. Το μάτι του έμεινε προσηλωμένο στο σκοτάδι που διαλυόταν αργά κι ένα αμυδρό φως ξεπετιόταν από μια σχισμή ουρανού, βουτηγμένο στην ομιχλώδη πάχνη. Απ’ τα φύλλα των δέντρων έσταζε δάκρυ δροσιάς, λες και η νύχτα αποχωρούσε με ένα πόνο, μια θλίψη άγνωστη σε μας… Ένα κοτσύφι τέντωσε τα φτερά κι έβγαλε μικρή φωνή βγαίνοντας από τη φωλιά. Την ώρα που ξυπνούσε η φύση, βρισκόταν μονάχος με τον Θεό! Κατέβηκε απ’ το τζιπάκι κι έστησε τη κάμερα στην άμμο προς την ανατολή, προσπαθώντας να εστιάσει το φακό στο σωστό σημείο. Η θάλασσα πλάι του γουργούριζε ευχάριστα και τα πουλιά κρατούσαν μια απόκοσμη συντροφικότητα. Μέσα του ήταν πλημμυρισμένος από μια γλυκιά εσωτερική γαλήνη. Περίμενε.

Ώρα 04.27. Στο φακό φάνηκαν οι πρώτες χρυσές αποχρώσεις, μια ανάσα για να πετύχει το στόχο του. Περιμένει με το μάτι ατάραχο πίσω από τον φακό. Λεπτό προς λεπτό θα σκάσει η πρώτη ηλιαχτίδα, η καρδιά κτυπά άτακτα στο στήθος του. Κάτι γίνεται… οι εικόνες αλλάζουν, ο φακός γεμίζει από μια λάμψη που δεν είναι αυτή που περιμένει, μετατοπίζεται απ’ τον στόχο του λίγα μέτρα δεξιότερα και μένει άφωνος. Μια εκθαμβωτική λάμψη που όλο θεριεύει και πύρινες γλώσσες αγγίζουν τον ουρανό. Αλλοίμονο, αυτό δεν έχει να κάνει με την ανατολή που περίμενε. Μια επικίνδυνη φωτιά απειλεί να καταπιεί το τοπίο. Το θέαμα τον συναρπάζει μα και τον φοβίζει. Το χέρι του για μια στιγμή παραλύει, αλλά μια φωνή μέσα του τον υποκινεί «μην σταματάς» και η κάμερα καταγράφει την πύρινη λαίλαπα. Οι σειρήνες της πυροσβεστικής λίγα λεπτά αργότερα σπάζουν την ηρεμία του πρωινού και σμίγουν με το κλάμα των σκυλιών. Δεν μπορεί να υπολογίσει την απόσταση της φωτιάς, αλλά άρχισε να νιώθει βαριά την ατμόσφαιρα γύρω του και τα μάτια του να τσούζουν απ’ την κάπνα.

Ώρα 5.30. Το πρώτο ημικύκλιο του ήλιου κάνει την εμφάνισή του πέρα στον ορίζοντα. Μέσα στη θολούρα του μαύρου καπνού δυσκολεύεται να πιάσει τις σωστές εικόνες. Ωστόσο αγνοεί την κάψα των ματιών του που όλο χειροτερεύει και επιμένει να καταγράφει όταν, μια εκκωφαντική έκρηξη ταρακούνησε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ούτε που κατάλαβε πώς βρέθηκε πεσμένος στην άμμο με τα αυτιά του να αιμορραγούν. Σαν σεισμός στην κλίμακα 4 ρίχτερ έκανε τη θάλασσα να σηκώσει ψηλά μανιασμένα κύματα. Σκηνές από τσουνάμια έκαναν την καρδιά του να χοροπηδά στο στήθος του. Τι μπορεί να συμβαίνει; Πρώτα η φωτιά και ύστερα εκρήξεις. Μην έχουμε πόλεμο; Ξέρει πως κάπου εκεί μέσα βρίσκεται η Ναυτική Βάση. Τώρα η αγωνία του κορυφώνεται… Τι να απόγιναν τα παιδιά που υπηρετούν; Μένει πεσμένος στο έδαφος αναποφάσιστος αν πρέπει να μείνει ή να φύγει. Φοβάται… φοβάται πολύ. Όμως κάτι μέσα του τον παρακινεί να συνεχίσει το έργο του. Δυσκολεύεται να σηκωθεί, τα πόδια του τρέμουν, το ίδιο και η καρδιά του. Τα αυτιά του πονάνε από τις απανωτές εκρήξεις. Ο φακός γεμίζει από ρουκέτες που εκτοξεύονται στο στερέωμα προς άγνωστο στόχο. Όλα μοιάζουν με κινηματογραφική ταινία. Η γη συνεχώς κουνιέται και τα φύλλα των δέντρων φεύγουν με τον άνεμο. Βιβλικές εικόνες κατακλύζουν το μυαλό του, μην ήρθε το τέλος του κόσμου; Ο καπνός και οι αναθυμιάσεις του φέρνουν βήχα και δάκρυα. Κοιτάει προς τη μεριά του κακού. Ένας μεγάλος άσπρος καπνός σαν τεράστιο μανιτάρι υπερίπταται πάνω από τη θάλασσα. Τα μέλη του παραλύουν. Πρέπει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να συνεχίσει να καταγράφει λεπτό προς λεπτό, ίσως αυτό να είναι το μοναδικό ντοκουμέντο μαρτυρίας γι αυτό που συμβαίνει. Όσο καταγράφει, εικόνες από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι κάνουν μια γρήγορη διαδρομή στη σκέψη του… ένας απέραντος πόνος σκίζει την καρδιά του. Οι αντοχές του τον εγκαταλείπουν, αφήνει κάτω την κάμερα και αναλύεται σε λυγμούς.

Δεν είχε κανένα σκοπό να τα παρατήσει και να φύγει. Να μάθει ήθελε, μπήκε στο τζιπ, και πήρε την κατεύθυνση της έκρηξης. Άνοιξε το ραδιόφωνο, ο εκφωνητής εκείνη την ώρα μ’ ένα δισταγμό στη φωνή έβγαζε έκτακτη είδηση.

«Ισχυρή έκρηξη έσπειρε το θάνατο. Φωτιά ξέσπασε ανάμεσα στη Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης στο Ζύγι και στον Ηλεκτροπαραγωγικό Σταθμό της ΑΗΚ στο Βασιλικό. Στη Ναυτική Βάση υπήρχαν 98 κιβώτια πυρομαχικών που είχαν κατασχεθεί το 2009 από πλοίο που είχε προορισμό τη Συρία κι έκτοτε έμεναν αφύλακτα κάτω από υψηλές θερμοκρασίες. Μέχρι στιγμής έχουν ανακοινωθεί δώδεκα νεκροί, μεταξύ αυτών ο Διοικητής της Ναυτικής Βάσης, τρεις ναύτες και έξη πυροσβέστες και πλήθος τραυματίες. Σκόνη και καπνός καλύπτει τα πάντα σε ακτίνα 5 έως 10 χιλιομέτρων. Πτώματα έχουν εκσφενδονιστεί στους λόφους εκατοντάδες μέτρα μακριά. Ο ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός της ΑΗΚ καταστράφηκε ολοσχερώς! Εξετάζονται τα αίτια της έκρηξης για να αποδοθούν ευθύνες».

Κατάλαβε σωστά, η έκρηξη έγινε στη Ναυτική Βάση. Απελπισία και πανικός του ανεβάζουν τη λίμπιντο. Πατά γκάζι. Το ουρλιαχτό των ασθενοφόρων που τον προσπερνούν, του παγώνουν το αίμα. Τα ακολουθεί, βιάζεται να μάθει για τους ναύτες… Όσο πλησιάζει η ορατότητα δυσκολεύει. Κάτι σαν αδιαπέραστη ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα, ανάβει τα φώτα και ελαττώνει ταχύτητα. Η μυρωδιά καμένου είναι έντονη, ο δρόμος έχει γεμίσει αντικείμενα που εκτοξεύτηκαν από την έκρηξη. Όσο πλησιάζει θυμός και αγανάκτηση τον κυριεύουν, πώς άφησαν αφύλακτο εύφλεκτο στρατιωτικό υλικό; Ο εκφωνητής είπε «θα αποδοθούν ευθύνες» αυτό κι αν είναι είδηση! Το τηλέφωνο του καλεί. Το ενεργοποιεί και ακούει πανικόβλητη τη φωνή της Άννας.

«Το είπε στις ειδήσεις, έγινε μεγάλο κακό, Αλέκο γύρνα πίσω, πολλά λέγονται για αναθυμιάσεις από τις εκρήξεις».

«Έρχομαι μην ανησυχείς». Όμως αυτός δεν μπορεί να επιστρέψει, θέλει να δει να μάθει από πρώτο χέρι τι απόγιναν οι ναύτες! Τότε θυμάται το όνειρο…. Ο αετός με άσπρα φτερά σήκωσε τα πουλιά στις φτερούγες και χάθηκε…. Τα φτερά έφευγαν με τον άνεμο. Και οι ναύτες στο θάνατο…



Επικρατεί πανικός. Κόσμος μαζεύεται απ’ την γύρο περιοχή, γονείς που ψάχνουν τα παιδιά τους στην πύρινη λαίλαπα, μάτια γεμάτα τρόμο, με μια υστερική απόγνωση, μια προσευχή, μια ικεσία… να μην βρίσκονται οι δικοί τους μέσα εκεί… Δεν τολμούν να προφέρουν τις λέξεις, δεν αντέχουν να ολοκληρώσουν τη φράση, μόνο κοιτάνε με παγωμένη ματιά αυτό που δεν έχει λόγια να περιγράψουν… Μια μάνα στέκει ακίνητη σαν μαρμαρωμένη, τρυπώνει το βλέμμα στο λευκό νέφος που αγγίζει τον ουρανό «είχα κι εγώ δυο παιδιά, δίδυμα και ταξιδεύουν αντάμα» λες και τα ξεχωρίζει μέσα στο πυκνό νέφος, το πρόσωπό της κρατά μια γαληνεμένη έπαρση, γιατί ξέρει πως και η δική της ψυχή έχει ήδη σαλπάρει… Ο Αλέκος την κοιτάζει κι απορεί «πώς το ξέρεις;»

«Μου τηλεφώνησαν νωρίς την αυγή…»

Οι δίδυμοι Μιλτιάδης και Χριστάκης

 
Την ώρα της Ανατολής εκτροχιάστηκαν τα όνειρα, την ώρα που δάκρυσε ο ήλιος, την ώρα που πεθαίναμε!



Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Τελευταίος χορός»

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια





Κάποτε τραγουδούσαμε «Γη των κοριτσιών που γελούν, γη των αγοριών που μεθούν, Κύπρος της αγάπης και του ονείρου». Και περνάγαμε καλά, ζούσαμε ξέγνοιαστα, μέσα στην υλιστική σπατάλη μας και ποτέ δεν υποπτευόμασταν πως για άλλους λαούς ήταν ανέφικτος και υπερβολικός ο τρόπος ζωής μας.

Τώρα οι νέοι δεν έχουν φτερά να πετάξουν και τα όνειρα έμειναν μετέωρα σαν γκριζοπράσινα φύλλα ριγμένα στο πέλαγος. Κρεμμάνε τα διπλώματα και τις διακρίσεις στον τοίχο  για να θυμούνται τα χρόνια που σπατάλησαν.  Τώρα τα περιθώρια στένεψαν και ο φακός εστιάζει σε εικόνες ντροπής... Φωτογραφίζει ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια για ένα παρατημένο ξεροκόμματο. Ίσως μερικοί να βιαστούν να πουν «υπερβολή». Κι όμως δεν είναι αγαπητοί μου. Η εικόνα στο πρόγραμμα του Sigma Τολμώ, με τον άνθρωπο που πολέμησε το ‘ 74 με έπαθλο ένα τραύμα στο κεφάλι και μια αναπηρία να ψάχνει στα σκουπίδια, δεν μας βοηθά να ονειρευόμαστε, κι ούτε μας κάνει υπερήφανους. Και δεν είναι ο μόνος, υπάρχουν πολλοί που πεινούν και προσπαθώντας να κρατηθούν από μια υποψία αξιοπρέπειας, κλείνουν τις πόρτες μην ακουστεί η κραυγή της απελπισίας τους. Υπάρχουν και άλλοι πιο τολμηροί που βγαίνουν στα κανάλια και η φωνή τους ακούγεται σπαρακτική, τελεσίδικη. Ποιος τους ακούει; Κι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που χιλιάδες μετανάστες κατακλύζουν ανεμπόδιστα τον τόπο μας και τόσο πλουσιοπάροχα το κράτος τους ανταμείβει με 800 ευρώ τον μήνα μόλις πατήσουν το πόδι τους στο νησί.

Αλήθεια αυτό δεν έχει λογική. Γνωρίζω πως όταν επιστρέψουν οι Κύπριοι μετανάστες στην πατρίδα, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, δικαιούνται κάποιας σύνταξης 20 χρόνια μετά τον επαναπατρισμό τους. Αυτοί οι άνθρωποι που στα χρόνια της απουσίας τους έφεραν στον τόπο τους πολλές χιλιάδες συνάλλαγμα.

Αμέτρητες οι κραυγές από κόσμο καθημερινό της διπλανής πόρτας που δεν τα βγάζει πέρα πια, γιατί έχασε τη δουλειά του, είτε γιατί το κούρεμα των απολαβών του ήταν ακαριαίο. Πάγωσε το γέλιο και μια γκριμάτσα τρόμου σφίγγει την καρδιά γι αυτά που συμβαίνουν κι αυτά που σύντομα έρχονται…

Αναρωτιέμαι τι θα απογίνουν τα παιδιά μας, που από την υπερκατανάλωση θα βρεθούν ξαφνικά να ζουν στην φτώχια. Φοβάμαι τη βία που θα ακολουθήσει από κάθε μορφή πίεση και στέρηση. Φοβάμαι το σκοτάδι της ψυχής μην σβήσει τα όνειρά τους!



Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Από την Ωκεανίδα στη Διόπτρα









Στο κέντρο η Λουίζα Ζαούση, αριστερά ο συγγραφέας Όμηρος Αβραμίδης
















Τις τελευταίες μέρες πολλοί με ρωτάτε απ’ το τηλέφωνο ή με e-mail «πού χάθηκες;», «γιατί δεν βρίσκουμε το νέο σου βιβλίο;» και πραγματικά το ενδιαφέρον σας με έχει σκλαβώσει. Δεν είχα συνειδητοποιήσει μέχρι πρόσφατα πως μπορούσε να γίνει αισθητή η απουσία μου. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την αγάπη σας καλοί μου φίλοι. Ίσως θα έπρεπε να σας είχα ενημερώσει νωρίτερα για την μετακόμιση. Ναι είναι αλήθεια «μετακομίζω!» Από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα μεταφέρομαι στις Εκδόσεις Διόπτρα!

Μια μετακόμιση δεν είναι ποτέ εύκολη είτε πρόκειται για σπίτι, εκδοτικό οίκο, πατρίδα, οικογένεια. Πάντα την συνοδεύει ένα ψυχικό κόστος, μια αποκόλληση με ανθρώπους που δέθηκες, αγάπησες και αφήνεις πίσω σου, που αποτελούν για σένα οικογένεια ένα δεύτερο σπίτι. Στις Εκδόσεις Ωκεανίδα βρήκα από την πρώτη επαφή μια ζεστή αγκαλιά, ένα πάπλωμα ζεστό που με σκέπασε με απέραντη φιλία. Και το ΄νιωσα αυτό μόλις πάτησα στην μικρή αυλή του εκδοτικού οίκου με τις φουντωτές γαρδένιες στις γλάστρες και την Λουίζα Ζαούση με εκείνο το ξεχωριστά ζεστό τρόπο της να υποδέχεται χωρίς να αφήνει κενά ή ασάφειες και να σε κάνει να νιώθεις πως ήσουν και χτες και προχθές μαζί της και τα λέγατε. Και όχι μόνο, με όλους τους ανθρώπους που εργάζονται στην Ωκεανίδα γίναμε φίλοι, τους αγάπησα  και θα τους κουβαλώ στη σκέψη μου για πάντα.

Όμως καμιά φορά οι συγκυρίες της ζωής μας υποχρεώνουν να αλλάζουμε διαδρομή, αλλά όχι φιλία. Μπορεί να άλλαξα εκδοτικό οίκο αλλά δεν κόπηκε η συνεργασία, η αγάπη και όλα τα ωραία αισθήματα που μου γέννησαν οι άνθρωποι της Ωκεανίδας. Πάντα θα τους κουβαλώ μέσα στην καρδιά μου.

Όπως σας είπα και πιο πάνω οι Εκδόσεις Διόπτρα είναι ο καινούργιος  Εκδοτικός Οίκος που θα κυκλοφορήσει το νέο μου μυθιστόρημα «Τελευταίος χορός» και θα πρέπει να κάνετε λίγο υπομονή γιατί δεν θα κυκλοφορήσει πριν από τις αρχές του 2013.

Μερικοί από εσάς με ρωτάτε σε ποιο μέρος της γης θα σας ταξιδέψω αυτή τη φορά. Αγαπημένοι μου, συμβαίνουν τόσα πολλά γύρο μας που αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να πάω πολύ μακριά. Επειδή αργεί πολύ ακόμα η έκδοση του βιβλίου δεν μπορώ να πω πολλά. Το μόνο που  σας λέω είναι πως καταπιάνεται με την επικαιρότητα, είναι μια ιστορία που έχει φρεσκάδα και αμεσότητα και θα αγγίξει τον καθ’ ένα από εσάς γιατί θα μιλήσει απευθείας στην καρδιά σας!

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012



Λένας Μαντά "Όσο αντέχει η ψυχή"






Η παρουσίαση του βιβλίου της Λένας Μαντά «Όσο αντέχει η ψυχή» στα Βιβλιοπωλεία Πάργα Λευκωσίας, ήταν προγραμματισμένη για τις 7.30 μ.μ. Ήμουν εκεί στην ώρα μου και παρατηρούσα με κάποια ανησυχία τα άδεια καθίσματα και σκεφτόμουν με δυσφορία πως είναι τελικά γεγονός, η Οικονομική Κρίση κτύπησε το καμπανάκι της και στη χώρα μας! Έβλεπα τις στοίβες τα βιβλία γύρο μου κι αναλογιζόμουν αν την κρίσιμη στιγμή θα μπορούσαμε να στηριχθούμε στο διάβασμα για να αντλήσουμε δύναμη κι αισιοδοξία! Ευτυχώς οι μαύρες σκέψεις δεν κράτησαν πολύ, το αναγνωστικό κοινό της Λένας, συνεπή στο ετήσιο ραντεβού του, έστω και καθυστερημένα, έδωσε το παρόν του και στις 8.00 η Λένα έκανε την εμφάνισή της. Το έχω ξαναγράψει, αυτή η σταθερή αφοσίωση του αναγνωστικού της κοινού για δέκα συνεχή χρόνια, είναι αξιοθαύμαστη! Κι αυτό οφείλεται στο επικοινωνιακό χάρισμα της Λένας, ένα προσόν που δύσκολα συναντάς!

«Όσο αντέχει η ψυχή» ένας τίτλος τόσο επίκαιρος και τόσο ταιριαστός με το κλίμα της εποχής. Και είναι πολλοί αυτοί που θα θελήσουν να πάρουν το βιβλίο στα χέρια τους με την ελπίδα να βρουν παρόμοια με τα δικά τους βάσανα. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση η Λένα Μαντά δεν αναφέρεται στο πρόσφατο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης, αλλά στο διαχρονικό κοινωνικό πρόβλημα της καταπίεσης και της βίας στην οικογένεια. Μια μάστιγα με πολλές ψυχολογικές προεκτάσεις που αφήνει αθεράπευτες πληγές. Η Λένα κατάφερε να στήσει γερά τους ήρωες και την δομή της ιστορίας της και να μας μεταφέρει την απροσμέτρητη δυστυχία με όλες τις παραμέτρους.

Η ιστορία αρχίζει το 1930 όταν σ’ ένα «πετρόχτιστο αχούρι» ενός απομονωμένου χωριού γεννήθηκε η Ηρώ. Ο πατέρας της θαμπωμένος από την ομορφιά της απαιτητικής γυναίκας του Φιλιώς, άργησε να καταλάβει τις αχαλίνωτες διαστροφές της. Έπρεπε να γεννηθεί και το τρίτο τους παιδί για να διαπιστώσει πως μέσα στον αχυρώνα του σπιτιού του απολάμβαναν τις χάρες της και όλοι οι αρσενικοί του χωριού. Με την αμφιβολία για την πατρότητα των παιδιών του, έριξε πέτρα πίσω του και τα εγκατέλειψε στα χέρια της γεμάτης έπαρση Φιλιώς. Η Ηρώ στα δέκα της χρόνια το σκάει από το σπίτι προκειμένου να γλυτώσει τον βιασμό από τους εραστές της μητέρας της, εγκαταλείποντας τα μικρά αδέρφια της. Έτσι κυνηγημένη κι απροστάτευτη βρίσκεται από την μια στιγμή στην άλλη έρμαιο της σκληρής πραγματικότητας της ζωής. Η Ηρώ σαν κοριτσάκι, σαν έφηβη και σαν γυναίκα αργότερα, δεν έχει το δικαίωμα να ονειρεύεται ούτε και ελπίζει, απλά πορεύεται στην απόλυτη δυστυχία που της έταξε η ζωή. Πότε βαδίζει σε ήρεμα μονοπάτια με γλυκά αγκαλιάσματα να την προστατεύουν και πότε καταποντίζεται σε κακοτράχαλες τρύπες έτοιμες να την ρουφήξουν στον πάτο. Εδώ είναι που η Λένα κατάφερε να αναδείξει το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Την πάλη για επιβίωση. Όταν κάποιος έχει θέληση για ζωή μπορεί να αντλήσει τα απεριόριστα αποθέματα της καρδιάς του και να βρει τις αντοχές και τη δύναμη να συνεχίσει. Αυτό έκανε η Ηρώ. Όταν βρήκε την δύναμη να αφουγκραστεί τον λυγμό της ψυχής της, αποτίναξε την σκόνη απ’ τη ζωή της, έδιωξε τον βίαιο σύζυγο, και με τη βοήθεια της καλής φίλης Αλεξάνδρας ξεπέρασε την οικονομική καταστροφή και κέρδισε τη μάχη με τη ζωή.

Στην παρουσίαση του βιβλίου η Λένα Μαντά μας δήλωσε με περηφάνεια «ύστερα από τόσα χρόνια που έρχομαι στο νησί κι έκανα τόσους φίλους, ένιωσα την ανάγκη να φέρω τους ήρωές μου στην Κύπρο, στην Αμμώχοστο». Σας μεταφέρω ένα απόσπασμα από το σημείο αυτό του βιβλίου:

«-Βλέπεις Ηρώ, από το 1960 η Κύπρος είναι ανεξάρτητη Δημοκρατία με Πρόεδρο τον Μακάριο που κέρδισε τις εκλογές το Δεκέμβριο του 1959.

-Και με τους Τούρκους; Τι γίνεται; Η Αλεξάνδρα μου είπε πριν φύγω ότι η Κύπρος είναι καζάνι που βράζει!

-Και δεν έχει άδικο… Για δικούς τους λόγους, οι Τούρκοι θεωρούν ότι κακώς η Κύπρος δεν τους ανήκει! Δε λείπουν οι εντάσεις, είναι φορές που τα πράγματα αγριεύουν πολύ, αλλά καταφέρνουμε να κρατάμε, ας πούμε… κάποιες ισορροπίες. Αυτό το νησί υπήρξε πάντα διαπραγματευτικό κομμάτι για τους Άγγλους κυρίως και οι αγώνες που έχουν γίνει από τους Κύπριους είναι συγκλονιστικοί για να κερδίσουν το αυτονόητο: το δικαίωμα στην ελευθερία και την αυτοδιάθεση!»

Χαίρομαι που η Λένα μας νιώθει δικούς της, έτσι άλλωστε την νιώθουμε κι εμείς. Μόνο που αναρωτιέμαι αν όλες αυτές οι πληροφορίες είναι άγνωστες στους Έλληνες που επισκέπτονται για πρώτη φορά το νησί!
Εύχομαι στο "Όσο αντέχει η ψυχή" να είναι καλοτάξιδο! 









ΟΣΟ ΑΝΤΕΧΕΙ Η ΨΥΧΗ

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Κίκας Ολυμπίου "Ταξιδιωτικές περιπλανήσεις




Η Κίκα Ολυμπίου είναι σ’ όλους γνωστή για το  πάθος της για διάβασμα. Όταν διαβάζει ψάχνει, ανακαλύπτει βιβλία που τις περισσότερες φορές δεν έχουν πέσει στη δική μας αντίληψη, δίνοντας την δυνατότητα στους αμέτρητους αναγνώστες του blog της http://www.anagnostria.blogspot.com/
να τα γνωρίσουν μέσα από τη δική της κριτική ματιά. Είναι ψυχή ταξιδιάρα και το πάθος της για τα ταξίδια, όπως και για τα βιβλία, ακόρεστο. Πότε νοερά, πότε με αεροπλάνα και βαπόρια βάζει πλώρη σε μακρινούς προορισμούς ψάχνοντας να κάνει χειροπιαστά όσα διάβασε μέσα στις σελίδες των βιβλίων, με ένα πάθος να απορροφήσει όσο το δυνατό περισσότερα από αυτό τον μικρό κόσμο.

«Να συναντηθούμε με τόπους και πνεύματα που χρόνια έθρεψαν την φαντασία μας» λέει.

Όταν πρόκειται να ταξιδέψει κάνει την δική της προσωπική έρευνα μέσα από την ιστορία και τους χάρτες και φτιάχνει ένα δικό της δρομολόγιο παρασέρνοντας όλο το γκρουπ να ακολουθήσει τα δικά της μονοπάτια. Και είναι τυχεροί οι συνταξιδιώτες της, γιατί τα ταξίδια αυτά τους μένουν αξέχαστα.

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι προορισμοί που πήγες, αλλά αυτά που προσκόμισες από αυτά που είδες. Και είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον να ακούς τις διηγήσεις ανθρώπων που επισκέφτηκαν τα ίδια μέρη, οι διηγήσεις τους διαφέρουν όπως η μέρα με την νύχτα. Γιατί σημασία έχει εκεί που πηγαίνεις να μην βλέπεις με ψυχρό μάτι, αλλά να μπορείς να ξεφεύγεις, να γίνεσαι ένα με την ιστορία, να ζεις μέσα της και να αφήνεις τη ψυχή σου να γίνεται αέρινη και να περιπλανάται απάνω από πύργους και κάστρα μέσα σε απέραντα σαλόνια με βασιλιάδες μιας άλλης εποχής, να μπορείς να οσμίζεσαι τη φύση και να μαζεύεις τα χρώματα και τις ομορφιές στις αποσκευές της καρδιάς σου. Αυτό κάνει η Κίκα, γι αυτό τα ταξιδιωτικά της βιβλία μοιάζουν βγαλμένα μέσα από ένα παραμύθι. Μου είχε δώσει αυτή την εντύπωση και στο προηγούμενο ταξιδιωτικό της «Στις γειτονιές του κόσμου» (2003), το ίδιο κάνει και τώρα με τις «Ταξιδιωτικές περιπλανήσεις της».

Αυτή τη φορά οι ταξιδιωτικές περιπλανήσεις αρχίζουν από τις Σκανδιναβικές χώρες όπου ανταμώνει με το πνεύμα του Άμλετ στον στοιχειωμένο πύργο της Ελσινόρης, στην Κοπεγχάγη στέκει εκστατική μπρος στο πελώριο καθιστό άγαλμα του παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν που ακόμα και πέτρινος δέχεται στην αγκαλιά του παιδιά να παίζουν αμέριμνα προκαλώντας της ένα τρυφερό ρομαντικό σκίρτημα από τα παιδικά της χρόνια. Ακολουθούν η Νορβηγία, το Μπέργκεν, σταματά στην ομορφιά των Φιόρδ, στην Πινακοθήκη του Όσλο θαυμάζει τους πίνακες σπουδαίων ζωγράφων όπως Γκρέκο, Γκόγια, Μονέ, Γκωγκέν, Πικάσο κ.ά. Και το σεργιάνι στους δρόμους του Βορρά, στην «ολοπράσινη μαγεία» παίρνει τέλος. Για να το διαδεχθεί η Ισταμπούλ που δεν την βλέπει σαν την κατακτημένη χώρα του Μωάμεθ αλλά σαν την όμορφη και μαγευτική Πόλη του Κωνσταντίνου, του Ιουστινιανού και την πόλη της δόξας του Βυζαντίου.

Και βάζει ακούραστη πλώρη για Πορτογαλία, Πολωνία, στην Μόσχα που στη δική της αντίληψη κυριαρχεί η κλειστή στο σιδηρούν παραπέτασμα χώρα αποκλεισμένη από τους άλλους λαούς. Η Αμερική η μεγάλη αντίθεση, η χώρα της δύναμης και του πλούτου πνιγμένη στις φωταψίες και τους
ουρανοξύστες με τις τόσες αντιθέσεις και τις τόσες εθνικότητες να περικλείνει ένα εντελώς δικό της κόσμο, μιαν άλλη κάστα ανθρώπων. Ακολουθούν η Λέσβος, το αναρρωτήριο της Πιεστάνυ της Σλοβακίας, η Γερμανία και πάλιν η Αμερική για να καταλήξει Πάσχα στις Ελληνικές ακριτικές ομορφιές του ΄Εβρου.

Θα ήθελα να σας ξεναγήσω με πιο πολλές λεπτομέρειες σ’ αυτή την παραμυθένια περιδιάβαση που με οδηγό την Κίκα δεν κουράζεσαι, απλά ονειρεύεσαι. Μα φοβάμαι πως η δική μου ξενάγηση θα είναι κουραστική γιατί θα ΄ναι από δεύτερο χέρι. Καλύτερα να βρείτε το βιβλίο της Κίκας Ολυμπίου που μέσα από τις 165 σελίδες του θα γεμίσει τις μπαταρίες σας λίγο πριν τις καλοκαιρινές διακοπές, και πού ξέρετε, ίσως και να εμπνεύσει τις δικές σας περιπλανήσεις.



Η Κίκα Ολυμπίου γεννήθηκε στο χωριό Μαραθόβουνος της επαρχίας Αμμοχώστου, αλλά μεγάλωσε και ζει στη Λευκωσία. Τελείωσε το Παγκύπριο Γυμνάσιο και τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση και αφυπηρέτησε ως Διευθύντρια.

Για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με το ΡΙΚ τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην τηλεόραση, πάνω σε θέματα εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά και άλλα, είτε γράφοντας τα κείμενα είτε παρουσιάζοντάς τα. Υπηρέτησε ως μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Κυπριακής Βιβλιοθήκης, καθώς και στη Συμβουλευτική Επιτροπή Γραμμάτων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Μεγάλο μέρος των εργασιών της είναι δημοσιευμένο σε εφημερίδες και περιοδικά.

Άλλα βιβλία της είναι: Από το Ημερολόγιο της Άννας (1973), 17 Κύπριοι πεζογράφοι (1983), Μικρές τομές σε μεγάλα θέματα (1994), Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη η Φόνισσα (σχέδιο ερμηνείας) μαζί Καίτη Χρίστη (1998), Κείμενα Λογοτεχνίας για την Τρίτη Λυκείου, Μέρος Α΄και Β΄ (μαζί με την Καίτη Χρίστη 1999-2003), Γιώργος Σεφέρης, Ερμηνευτικές και διδακτικές προτάσεις (μαζί με Γιώργο Χατζηκωστή 2002), στις γειτονιές του κόσμου Ταξιδεύοντας (2003)





Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Πρωτομαγιά - τραγούδι του Μάη





Μέσα από τόσες μυρωδιές και χρώματα δεν βρίσκω καλύτερο τρόπο να σας ευχηθώ Καλό Μήνα Μάιο, από το να σας μεταφέρω ένα ποιήμα του Γ. Πολίτη.


Εμπήκ΄ ο Μάης , εμπήκ΄ ο Μάης ο μήνας,

Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα κι ο Απρίλης με τα ρόδα.

Μάη μου , Μάη δροσερέ , κι Απρίλη λουλουδάτε,

Απρίλη ροδοφόρετε , Μάη μου κανακάρη,

π΄ όλον τον κόσμο γιόμισες μ΄ άνθη και με λουλούδια

κι εμένα με περίπλεξες στης κόρης τις αγκάλες .

Για μήνυσέ μου , λυγερή, για μήνυσέ μου , κόρη,

να δώσω το χαιρετισμό ν΄όσο π΄ ανθούν οι κάμποι,

στέφανα να μας πλέξουνε με τ΄ ανθισμένο κλήμα,

να στρώσουμε την κλήνη μας με της μυρτιάς τα άνθη,

να πέφτουν τ΄ άνθη απάνω σου , τα ρόδα στην ποδιά σου

και τρία χρυσά γαρίφαλα τριγ΄τρω στο λαιμό σου.

Ν.Γ.Πολίτης βιβλίο του <<Εκλογαί από τραγούδια του Ελληνικού Λαο



Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Νίκη Λαδάκη Φιλίππου

32 χρόνια ποίησης



Σήμερα το πρωί, απαλλαγμένη από την ένταση του γραψίματος, θυμήθηκα την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και δεν μπόρεσα να μην αναλογιστώ την αξιόλογη ποιήτρια συμπατριώτισσα και φίλη αγαπημένη, Νίκη Λαδάκη Φιλίππου που έφυγε από την ζωή στις 23 Οκτωβρίου 2003. Έχω την αίσθηση πως εννέα χρόνια μετά την αποδημία της, την ξεχάσαμε. Κανείς δεν αναφέρεται πια σ’ αυτήν ή στα υπέροχα ποιήματά της. Κι όμως η Νίκη Λαδάκη Φιλίππου εκτός από το λογοτεχνικό της έργο έχει επιδείξει μια αξιόλογη πολιτιστική προσφορά στον τόπο μας, ιδίως σ’ ό,τι αφορά την επικοινωνία μας με τον πνευματικό κόσμο της Ελλάδας. Τα δυο μαζί, έργο και πολιτιστική δραστηριότητα, ενώνονται για να αποτελέσουν αυτό που η ίδια επεδίωκε «ένα δυνατό και άθραυστο κρίκο στην αλυσίδα που δένει την Κύπρο με την Ελλάδα από την κάθοδο των Αχαιών μέχρι σήμερα».

Οι στίχοι της μεστοί με βαθιά αισθαντικότητα, κράτησαν μια γόνιμη δημιουργική περίοδο τριάντα δύο χρόνων. Τόσο σύντομο και ανεπαρκές το πέρασμά της από τη ζωή, θα μπορούσε να κρατήσει πολλά ακόμα χρόνια προσφέροντάς μας πολλούς ακόμα δρόμους αγάπης!

Έχω την ανάγκη σήμερα να μεταφέρω στο μπλοκ την ομιλία που εκφώνησα ένα χρόνο μετά τον χαμό της, στο πρώτο Φιλολογικό Μνημόσυνο που έκανε η Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, γιατί ήταν περισσότερο μια συνομιλία μαζί της παρά μια ομιλία στο κοινό.

Σκάβω μέσα μου


για να σε βρω

για ν’ ανακαλύψω

τα καστανά μαλλιά σου.

Σκάβω μέσα μου

για ν’ αποσπάσω

απ’ τις πληγές

τα χέρια σου.

Μικρά και αληθινά τα χέρια σου

βρίσκουν όνομα

και ταξιδεύουν

βρίσκουν δρομολόγια και σε ταξιδεύουν.



Έτσι θα κρατήσω την ομιλία μου, σε πρώτο πρόσωπο για να ΄χει την αμεσότητα του στίχου σου. Γιατί έτσι που σ’ άρεσε να ταξιδεύεις, είμαι σχεδόν σίγουρη πως απόψε κάπου εδώ θα τριγυρνάς... Κι έτσι θέλω να σε σκέφτομαι. Σ’ ένα χαρούμενο ταξίδι. Να τριγυρνάς σαν Σειρήνα στο πέλαγος, σαν λαμπερό αστέρι στους αιθέρες. Και  «σε φωνάζω Δέσποινα!/ Και μου ανοίγεις μια πόρτα/ μέσα στον άνεμο/ και μου ανοίγεις ένα παράθυρο/ μέσα στον ήλιο/ και μια μικρή τρυπίτσα πάνω στ’ όνειρο/ όσο χωράει το θρόισμα των βλεφάρων».

Έτσι θα σε σκέφτομαι μέσα απ’ τους στίχους της «Δέσποινας των βηματισμών»! Σ’ αυτό το σημείο σε γνώρισα. Μέσα απ’ αυτούς τους στίχους σ’ αγάπησα. Νεαρή τότε δημοσιογράφος εγώ, φτασμένη ποιήτρια εσύ. Με τρεμάμενα χέρια, γεμάτη δέος, θυμάμαι, έκανα τότε την παρουσίαση του βιβλίου σου στην εφημερίδα «Αγών». Φοβόμουν που ήμουν πολύ άπειρη για τη δική σου εμβέλεια... Μα εσύ με ενεθάρρυνες. Ανακάλυψες τους δικούς μου στίχους κι έκανες τα δειλά μου ψιθυρίσματα να γίνουν φωνή. Με πήρες απ’ το χέρι και με ανέβασες σκαλί σκαλί το δύσκολο ανέβασμα. Πάντα με συμβούλευες «μην λες ποτέ δεν ξέρω, δεν μπορώ, όλα τα μπορείς και θα τα κάνεις».

Θυμάμαι τις ποιητικές βραδιές στον Παγκύπριο Καλλιτεχνικό Λογοτεχνικό Όμιλο Νέων. Παρ’ όλο που ήσουν φτασμένη ποιήτρια, καταδεχόσουν να ΄ρχεσαι να απαγγέλλεις μαζί μας δικά σου ποιήματα. Σε θυμάμαι ακόμα με το λευκό κεντητό σου φόρεμα. Στόλιζες με λουλούδια τα μαλλιά κι έπαιρνες μια όψη αέρινη, σ’ ένα κόσμο εντελώς δικό σου, του οράματος και της υπέρβασης.

Σ’ όλο το διάστημα της γνωριμίας μας, υπήρχε ανάμεσα μας ένα ταξίδι. Αυτή που έφυγε πρώτη ήμουν εγώ. Για αρκετά χρόνια σ’ αποχαιρετούσα κι αφήναμε πίσω μας μια φιλία μεστή να σιγοκαίει. Μετά έφυγες εσύ, και στον αποχαιρετισμό είπες «τώρα που γύρισες είμαι εγώ αυτή που φεύγει. Λες και οι ζωές μας έχουν γραφτεί απ’ την ίδια μοίρα...» Γύρισα εγώ από την Αφρική και έφυγες εσύ για Αθήνα.

«Ετούτα τα χώματα/ που πατάς/ τα ΄χω μαζέψει στον κόρφο μου/ και τα κουβαλώ/ φυλαχτό κι αποκούμπι/ για τις μέρες που πέρασαν». «Τούτα τα χώματα δεν έχουν/ πια χώμα να σηκώσουν τα πόδια σου».

Κι εγκαταστάθηκες στην Αθήνα «εκεί είναι τα κορίτσια μου, κι ο εγγονός μου, ποιος με κρατάει πια εδώ!» έλεγες. Και έφυγες με ενθουσιασμό έφηβης γεμάτη όνειρα για καινούργια ξεκινήματα. Ο Ευάγγελος πάντα πλάι σου, σ’ ακολουθούσε και σε ενεθάρρυνε σε ό,τι κι αν έκανες. Έφυγες αλλά ένα κομμάτι της καρδιάς σου απέμεινε πίσω στον τόπο σου. Κι αυτό το απέδειξες με λόγια και έργα. Έγινες η πρέσβειρα όλων των πνευματικών ανθρώπων του τόπου σου στην Αθήνα και προώθησες με όποιο τρόπο μπορούσες τον πολιτισμό μας.

Αγόρασες ένα πανέμορφο σπίτι στους Θρακομακεδόνες μέσα στα πεύκα. Εκατοντάδες πουλάκια μαζεύονταν κάθε πρωί κάτω απ’ το παράθυρο και σου κελαηδούσαν. Κι εσύ δεν έχανες την ευκαιρία. Διάλεγες εκείνη την ώρα να γράψεις τους στίχους σου. Μα δεν κράτησε πολύ αυτή η ευτυχία. Ο μεγάλος σεισμός ζήλεψε τον οίστρο σου και μια μέρα σου στέρησε ότι κατάφερες να δημιουργήσεις μια ζωή. Το σπίτι σου κατεδαφίστηκε. Μα όχι τα όνειρα σου. Σηκώθηκες όπως μόνο εσύ ήξερες - με αξιοπρέπεια - και συνέχισες τη ζωή σου.

«Είσαι καρδιά μου ένα πουλί/ που του χαλάσαν τη φωλιά/

κι όλα τα πουλιά, όλα τα φιλιά/ έχουν φωλιά την ορφανιά/.

Είσαι καρδιά μου ένα πουλί/ που του χαλάσαν τη φωλιά/

κι όλα τα πουλιά, όλα τα φιλιά/ έχουν φωλιά τον κόρφο σου.

Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τη μέρα της αποδημίας σου φίλη αγαπημένη. Ακόμα δεν κατάφερα να συνθηκολογήσω στην ιδέα της απουσίας... Και μένουν τα παραθύρια της καρδιάς κλειστά, και μένουν τα βλέφαρα ανοιχτά να σε μελετούν μεσ’ το σκοτάδι... Και μένουν τα λόγια ανείπωτα να σε καλέσουν. Και αποσύρεσαι.. σαν ιέρεια με τα λευκά σου πέπλα σε δρόμους άγνωστους... Τα βήματα σου χάνονται μέσα σε ανεξερεύνητα σπήλαια σιωπής... Πηγή ο στίχος σου, σμιλεμένος απ’ τον βράχο που ρέει αστείρευτος και με ξεδιψάει.

«Έφυγες/ στη θέση σου ένα ομοίωμα/ Πολλά παραθύρια μέσα στη θάλασσα/ Μέσα στον καιρό και στις φωλιές των δελφινιών/ Ρίγος.»

Στο άκουσμα του θανάτου σου ένιωσα να κατεδαφίζεται ένα τεράστιο οικοδόμημα. Κι αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατό τόσο γερά θεμέλια να λυγίσουν. Αλλά φαίνεται φίλη αγαπημένη, πως η καρδιά δεν άντεξε την τόση αγάπη, την τόση αδικία στα τόσα καλά και κακά συναπαντήματα της ζωής....

Είχες ένα προαίσθημα για το φευγιό σου που δεν τόλμησες να πεις με λόγια. Δεν τόλμησες να εκμυστηρευτείς στον Ευάγγελο, στην Μαρία και την Έφη πως φεύγεις, πως χάνεσαι... Μονάχα άφηνες μικρά σημειώματα εδώ κι εκεί μέσα στο σπίτι «αν με ψάξετε και δεν είμαι ΄δω, θα ΄μαι κάπου εδώ τριγύρω» ή «Μαρία, πόσο θα ζω ακόμα ν’ ακούω την καλημέρα σου;»

Τώρα που γλύκανε ο πόνος της πρώτης έντασης από την απουσία σου, μπορώ να αναλογιστώ ψύχραιμα τη στερνή μας συνάντηση. Σεπτέμβρης του 2003. Γύρισες απ’ την Κυριακάτικη λειτουργία του Άη Κασσιανού και καθόσουν στην πλαϊνή βεράντα του σπιτιού μου και σ’ έραιναν τα γιασεμιά, κι αγκάλιαζε η ματιά σου τις γαρδένιες στη γλάστρα. Έβγαλες απ’ τη τσάντα ένα μάτσο φωτογραφίες των εγγονιών «δες τα αγγελάκια μου πόσο μεγάλωσαν!» και τρυγούσαν χαρωπά οι μέλισσες τη γλύκα της φωνής σου. Μα δεν είχες τίποτα απ’ τον συνηθισμένο ενθουσιασμό σου. Διέκρινα μια εγκράτεια, ένα σκεπτικισμό στην όλη συμπεριφορά σου. Αντί να λάμπεις από ευτυχία για το Βραβείο Λογοτεχνίας Jean Monnet που πήγαινες να παραλάβεις στη Γένοβα για το βιβλίο σου «Προς Κερίνιν», ανησυχούσες για το πόσες ώρες θα κρατούσε το ταξίδι. Για το τι καιρό θα κάνει στη Γένοβα. Λες και με τα μάτια της ψυχής, έβλεπες το επόμενο ταξίδι προς άγνωστη κατεύθυνση που έπρεπε να διαβείς σύντομα κι ανησυχούσες....

«Το χαμόγελό σου/ το σεργιάνισα από πόρτα σε πόρτα/ το ξεδιάλυνα/ μέσα στις χρυσές μου μπούκλες/ το κέντησα/ στην καθημερινή μου έγνοια/ τ’ απόθεσα στο ψηλότερο δέντρο/ μια Κυριακή πρωί».

Τώρα Δέσποινα των βηματισμών ψάχνω ν’ ακούσω τις πατημασιές των βημάτων σου μέσα σ’ ανθισμένους κήπους. Αφουγκράζομαι ν’ ακούσω τον ήχο της φωνής σου να ΄ρχεται με τον άνεμο. Το τραγούδι σου το κουβαλάνε τις νύχτες αγριοπούλια κι εγώ αναπαμό δεν βρίσκω.»Τραγούδι μικρό.../ τούτο το τραγούδι το χιλιοειπωμένο/ της σιωπής/ στις αετοράχες».

Και με πιάνει ρίγος, και με πιάνει έκσταση. Τώρα που λείπεις, η παρουσία σου είναι πιο δυνατή από ποτέ. Σε νιώθω σιμά να μου χαϊδεύεις το μάγουλο, σαν αυγινή δροσιά. Κι ατενίζω τη θεληματική ματιά σου να διεισδύει μέσα μου σαν πυρακτωμένο σίδερο.

«Κι έγινε φως/ μα Δε φωτίστηκες/ ερημοκλήσι έμεινες χωρίς καντήλι/ (κόρφος μοναχικός) ερημοκλήσι που οι μανταλωμένες/ πόρτες του/ αγκαλιάζουν τους ανέμους/ και κρατούν τα χάδια τους/ στις κουφαλοματιές/ και φυγαδεύουν τ/ αγιάζι τους/ στις αητοφωλιές.»

Tώρα το ταξίδι σου έχει μια τελεσίδικη μονιμότητα που με τρομάζει. Το τηλέφωνο δεν θα ξανακτυπήσει. Κι ούτε ο ταχυδρόμος την πόρτα μου... Θα έχω μονάχα τους στίχους σου να κεντάνε το νήμα της αγάπης μας.

«Σε περιμένω για να΄ρθεις

κι όσο δεν έρχεσαι μπορείς

να λες πως περιμένω

μα σαν θε να ΄ρθεις μιαν αυγή

και δεν με δεις σαν άλλοτε

στο δρόμο σου να βγαίνω

μη πεις πως σ’ απαρνήθηκα

Λόγιασ’ με πεθαμένο!!