Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Δύο Κύπριοι συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στου Ελευθερουδάκη



Ταξίδευα για Αθήνα, για την παρουσίαση του «Έτσι θέλω να θυμάμαι» και «τη Δροσοσταλίδα της συγνώμης» του Όμηρου Αβραμίδη στα βιβλιοπωλεία Ελευθερουδάκη, κι όλο ένιωθα στο στομάχι μου εκείνη τη μικρή φωνούλα που γίνεται συνήθως αισθητή με μικρά τσιμπηματάκια «πώς να είναι άραγε το κέντρο της Αθήνας; Πώς είναι να βρίσκεσαι ανάμεσα σε τόσο αγανακτισμένο κόσμο; Κόσμο που έχασε τις δουλειές του, τα όνειρα και τις ελπίδες του;». Παρακαλούσα μέσα μου να μην ήταν τόσο τραγική η πραγματικότητα όσο οι εικόνες της τηλεόρασης. Και κρατώντας μια μικρή αισιοδοξία, έφτασα στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Και δεν είχα άδικο, στο ήρεμο πρόσωπο του Βασίλη Κιμούλη των Εκδόσεων Ωκεανίδας που ήρθε να μας παραλάβει, ένιωσα την πρώτη σπίθα αισιοδοξίας, με διαβεβαίωσε πως όλα θα πάνε καλά. Κι όταν μισή ώρα αργότερα μας πήγε στα γραφεία των Εκδόσεων, ένιωσα ακόμα καλύτερα. Ήταν η πρώτη προσωπική επαφή μαζί τους αν και η συνεργασία μας βρισκόταν στο δεύτερο βιβλίο. Δύο χρόνια τώρα ήξερα τον καθ’ ένα με το όνομα και τη φωνή του. Τώρα έβλεπα μπροστά μου πρόσωπα ζεστά, φιλικά κι αυθόρμητα που δεν τσιγκουνεύτηκαν να εκφράσουν την αγάπη τους. Η Λουίζα Ζαούση δεν περίμενε καν να φτάσω στο γραφείο της, κατέβηκε η ίδια με τον αυθορμητισμό και τη ευθύτητα που την διακρίνει να συζητήσει μαζί μου για όλα όσα ένιωσε διαβάζοντας το «Έτσι θέλω να θυμάμαι». Τους ξεσήκωσε όλους από τα γραφεία να έρθουν να με γνωρίσουν. Κι εγώ ένιωσα πως βρισκόμουν στο σπίτι μιας μεγάλης οικογένειας. Αυτό είναι οι Εκδόσεις Ωκεανίδα, ένα ζεστό σπίτι με τις ολάνθιστες γαρδένιες να στήνουν χορό και να σε υποδέχονται στην είσοδο με τις μυρωδιές τους.


Βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου

Ο Βασίλης Κιμούλης είχε την καλοσύνη να με ξεναγήσει στα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου και να με γνωρίσει στους υπεύθυνους, μια που δεν βρίσκομαι συχνά στην Αθήνα. Η γνωριμία μας αποδείχθηκε θερμή, μα η απόγνωση των ανθρώπων για όλα όσα συνέβαιναν γύρο τους, ήταν εύγλωττη.







Βιβλιοπωλείο Public




















Το απόγευμα της Πέμπτης που θα γινόταν η παρουσίαση δεν σας κρύβω πως εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι έδωσε έντονα την παρουσία του. Τριγυρνούσα όλο το πρωινό στον ήλιο μ’ ένα καπέλο, είχα ιδρώσει και χρειαζόμουν κομμωτήριο για να λούσω τα μαλλιά μου. Το ξενοδοχείο μου έκλεισε ραντεβού για τις 5.00. Λίγα λεπτά πριν βρισκόμουν απ’ έξω, αλλά για μεγάλη μου απογοήτευση η πόρτα ήταν κλειστή κι απάνω ένα σημείωμα «λόγο έλλειψης νερού κλείσαμε». Εγώ έμεινα στήλη άλατος, όχι τόσο για το κτένισμα αλλά γιατί εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι έγινε ακόμα πιο έντονο.

Ετοιμάστηκα και ξεκινήσαμε ο άντρας μου, η γλυκιά Μαριάννα των εκδόσεων Ωκεανίδα να διανύσουμε με τα πόδια τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν από του Ελευθερουδάκη. Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ όταν ένιωσα το κορδόνι του παπουτσιού μου να χαλαρώνει και τότε με τρόμο διαπίστωσα πως είχε κοπεί. Επέστρεψα στο ξενοδοχείο να αλλάξω παπούτσια. «Ε, δεν μπορεί θα τριτώσει το κακό» μονολογούσα κι ευχόμουν να ήταν ανώδυνο το τρίτο κτύπημα! Προσπάθησα να αγνοήσω εντελώς την τανάλια που έσφιγγε το στομάχι, δεν σκεφτόμουν τίποτα απολύτως μέχρι που φτάσαμε στου Ελευθερουδάκη. Ένα μεγάλο πανό έφραζε την είσοδο και κάμποσοι διαμαρτυρόμενοι μας έλεγαν να μην μπούμε στο κτίριο. Αυτό ήταν τρίτωσε το κακό! Μπήκαμε τελικά μέσα και περίμενα τη συνέχεια. Ευτυχώς μετά απ’ αυτό όλα κύλησαν ομαλά. Συναντήσαμε εκεί τον Όμηρο και τη Νίτσα Αβραμίδη και πολλά αγαπημένα πρόσωπα, που ήταν πραγματικοί ήρωες που κατάφεραν να παραβρεθούν παρ’ όλες τις δύσκολες περιστάσεις και τους ευχαριστώ θερμά για την παρουσία τους.

Ήταν η Μάρλεν Κακογιάννη, η κα Τζουβαδάκη, η Λιάνα Θεοφάνους, οι συγγραφείς Ελένη Τσαμαδού, Αθηνά Κακούρη, Νικόλ Άννα Μανιάτη, Λίνα Γαρυφαλάκη, η γλυκιά Γεωργία Κατσούδα που μόλις έφτασε από την Ολλανδία και έτρεξε να προλάβει και πολλοί άλλοι.

Και τα δυο βιβλία παρουσίασε η εκδότρια Λουίζα Ζαούση με ένα μοναδικό τρόπο. Στην όλη εκδήλωση υπήρχε αυθορμητισμός, ανοιχτός διάλογος και χιούμορ. Τώρα έξι μέρες μετά ακούω τις ειδήσεις και σκέφτομαι πόσο τυχερή ήμουν αφού όλα πήγαν "τόσο ομαλά" τώρα που μετά τις συγκρούσεις άνθρωποι βρίσκονται πληγωμένοι στο νοσοκομείο. Ίσως θα ΄πρεπε να κάναμε τις παρουσιάσεις σε δυο διαφορετικά σημεία της Αθήνας μακριά από το κέντρο, θα κατάφερναν όλοι οι φίλοι μας να παραβρεθούν.









 <><>
<>
<><>
Με τη γλυκιά Μάρλεν Κακογιάννη
 

Λουίζα Ζαούση και Σοφίκα Ελευθερουδάκη

Όμηρος Αβραμίδης κι εγώ
 υπογράφουμε βιβλία

Μαζί με τις συγγραφείς Ελένη Τσαμαδού
και Αθηνά Κακούρη


Βιβλιοπωλείο Public

 <><>
<>
<><>
Βιβλιοπωλείο Ιανός


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Στην Αθήνα το "Ετσι θέλω να θυμάμαι"

Στο βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη το Έτσι θέλω να θυμάμαι και η Δροσοσταλίδα της συγνώμης



 


Δεν ξέρω τι είναι εκείνο που κάνει την καρδιά μου να σκιρτά και που μου φέρνει κύματα συγκίνησης κάθε φορά που ετοιμάζομαι να έρθω στην Αθήνα. Λίγο η προσμονή να αγκαλιάσω φίλους αγαπημένους, κάτι απ’ τον αέρα της Ελλάδας, κάτι απ’ το άλλο μας μισό που μας λείπει… Ίσως γι αυτό οι περισσότεροι Κύπριοι δεν χάνουν ευκαιρία να βρίσκονται εκεί, βρίσκοντας κάθε φορά κάποια πρόφαση. Εγώ δεν βρίσκω προφάσεις απλά αδημονώ να έρθω να αγκαλιάσω κάποιους ανθρώπους που γνώρισα κι αγάπησα μέσα από τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, μέσα από e-mail και που αναγνωρίζω μονάχα απ’ τη φωνή. Είναι ο κόσμος των Εκδόσεων Ωκεανίδα που έχω καθημερινές τηλεφωνικές επαφές και που είναι τόσο υπέροχοι και που με έχουν αγκαλιάσει με αγάπη. Θα μιλήσω για την Λουίζα Ζαούση την εκδότριά μου, τον Βασίλη τον Κιμούλη που είχα την χαρά να συναντήσω εδώ στην Κύπρο στην παρουσίαση του βιβλίου μου, την γλυκιά Μαριάννα που μου κάνει όλα τα χατίρια, τη Ζένια, την Ελένη Τσίπρα και τόσους άλλους.

Στη Αθήνα οι Εκδόσεις Ωκεανίδα και το βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη παρουσιάζουν στις 23 Ιουνίου και ώρα 7μ.μ. το Έτσι θέλω να θυμάμαι. Η χαρά είναι διπλή γιατί την παρουσίαση θα κάνει η αγαπημένη εκδότριά μου Λουίζα Ζαούση και γιατί μαζί με το δικό μου βιβλίο θα παρουσιαστεί και το βιβλίο του αγαπημένου μου φίλου Όμηρου Αβραμίδη «Δροσοσταλίδα της συγνώμης». Δυο κύπριοι συγγραφείς λοιπόν σμίγουν την πέννα τους στις Ελλαδικές επάλξεις. Αν δεν έχετε κάτι άλλο να κάνετε θα χαρώ πολύ να σας συναντήσω και να ακούσω τις εντυπώσεις σας.



Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Η παρουσίαση του Έτσι θέλω να θυμάμαι στην Πάφο

Στις  παρουσιάσεις του "Έτσι θέλω να θυμάμαι" στις διάφορες πόλεις της Κύπρου είχα την τύχη  να ασχοληθούν με το βιβλίο μου τρεις αξιόλογοι άνθρωποι. Η φιλόλογος Αικατερίνη Ανδρεστίνου, η δημοσιογράφος Όλγα Πιερίδου και ο δημοσιογράφος Μάκης Αντωνόπουλος. Πιστεύω πως θα ήταν παράλειψη να μην δημοσιεύσω με τη σειρά όλες τις ομιλίες που έγιναν γιατί πιστεύω γράφτηκαν με πολλή αγάπη και κόπο και δεν είναι εύκολο να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο 605 σελίδων σε μικρό χρονικό διάστημα και να γράψει. Εξ άλλου ο προφορικός λόγος χάνεται, ενώ ο γραπτός μένει. Κι αρχίζω με αυτή του δημοσιογράφου Μάκη Αντωνόπουλου που είχα την χαρά να συναντήσω στην Πάφο.
Ο Μάκης Αντωνόπουλος, ο Δημήτρης Μπαλαούρας των βιβλιοπωλείων ΠΑΡΓΑ και ο Βασίλης Κιμούλης της ΩΚΕΑΝΙΔΑΣ


"Παίρνοντας στα χέρια μου την καινούργια συγγραφική δουλειά της καλής μου φίλης κ. Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, «Έτσι θέλω να θυμάμαι», δεν θα το κρύψω, με τρόμαξε. Γενικά, θα έλεγα, με τρομάζουν τα ογκώδη μυθιστορήματα, απλά και μόνο γιατί θα αποσπάσουν πολύ από τον προσωπικό μου χρόνο. Και είναι λίγος…

Το άνοιξα όμως και χάθηκα σ’ ένα γοητευτικό ταξίδι. Κι αυτό γιατί, όποιος έχει ταξιδέψει ή έχει ζήσει σε κάποια από τις χώρες της Αφρικής, είμαι σίγουρος ότι θα είναι χοντρό το βιβλίο των αναμνήσεών του. Για μας τους λευκούς η Αφρική είναι μια μυστηριώδη αλλά και σκληρή γη. Μ’ ένα συγκλονιστικό αταβισμό, με μια μυστηριακή μαγεία που ξεδιπλώνεται από τη φύση της, τους ανθρώπους που έχει πλάσει αλλά και την ψυχή τους. Όλα αυτά τόσο διαφορετικά από τα δικά μας. Μας τρομάζει η ανερεύνητη μορφή των ανθρώπων της, εκείνος ο ιδιαίτερος σεβασμός στην παράδοσή τους και στη φυλή τους. Στοιχεία που έρχονται βαθιά απ’ τον χρόνο… Μας τρομάζει το άσπρο των ματιών τους μα και η γρανιτόπλαστη μορφή τους. Γιατί αλήθεια; Ίσως γιατί εμείς οι λευκοί, τους θεωρούσαμε από πάντα παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Με το βιβλίο της η κ. Δαμιανού Παπαδοπούλου, μου ανέτρεψε πολλές απ’ αυτές τις θέσεις και τις απόψεις. Αφού με πήρε και με παρέσυρε σ’ αυτό το γνώριμα άγνωστο κόσμο της μαύρης ηπείρου. Και μου έδειξε τους ανθρώπους της. Με μύησε στην βαρβαρότητα του εξουσιαστικού πολέμου αλλά και ανέσυρε από τη μνήμη μου εικόνες και γεγονότα ξεχασμένα που όμως πριν λίγες δεκαετίες τα πεινασμένα παιδιά της Μπιάφρα κοσμούσαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων του κόσμου, κάνοντας – θυμάμαι- επίκληση στην ευαισθησία των πολιτισμένων. Που για μια ακόμη φορά αποδείξαμε πως η ευαισθησία της ανθρωπιάς μας πολλές έχει κοντινή ημερομηνία λήξης.

Η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων εκείνου του καιρού, μιας κι εκείνη την περίοδο εξελίσσεται η ιστορία του βιβλίου είναι γλαφυρή από μια ευαίσθητη συγγραφέα που τα βίωσε από πρώτο χέρι. Και είναι στιγμές που νιώθεις πως έτσι όπως σε κρατά απ’ το χέρι, δρασκελάς τις γειτονιές τους, τα πλιθόχτιστα σπιτικά τους για να σου δείξει πως το πρόσωπο της κτηνωδίας είναι πάντα ίδιο, απ’ όποιο ανθρώπινο χρώμα κι αν εκφράζεται. Αλλά και πόσος πρωτογονισμός αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αγρίμι.

Η κ. Δαμιανού Παπαδοπούλου όμως δεν αφήνει την ελπίδα της ανθρωπιάς να πεθάνει γιατί ξέρει – και προπάντων να δικαιώσει τον άνθρωπο- ότι η πίστη στην ομορφιά θα ξεπεράσει τον παραλογισμό του θανάτου, μόνο και μόνο γιατί οι άνθρωποι των απλών οραμάτων, πρέπει να έχουν αύριο έστω κι αν πρέπει να διαβούν τις προσωπικές τους Συμπληγάδες.

Για μένα, το «Έτσι θέλω να θυμάμαι» ήταν ένα αφύπνισμα ψυχής και αναμνήσεων. Ζωντάνεψε μέσα μου την «δική» μου Αφρική. Από το Μαρόκο και την Τυνησία, μέχρι το Σουδάν και τη Νότια Αφρική. Το Νείλο και την έρημο Σαχάρα, τα χιόνια του Άτλαντα και την ομορφιά του Κίμπερλυ. Μα προπάντων τους ανθρώπους της. Ανθρώπους που η πρώτη ματιά σου προκαλεί προβληματισμό και η δεύτερη σου απομυθοποιεί την ιερή λαχτάρα του καθενός για την δικαίωση.

Όλα αυτά είναι που κλείνει η συγγραφέας τους ήρωές της για να ξετυλίξει την προσωπική τους οδύσσεια. Κι εδώ υψώνει μια υπέροχη γυναικεία μορφή. Η Ατλίν, η ηρωίδα της είναι μια πανέμορφη μαύρη καλλονή, αεροσυνοδός στις Νιγηριανές αερογραμμές. Η Ατλίν διψά ν’ αγαπήσει και να αγαπηθεί, επαναστατώντας στη λογική της φυλής της που λέει «πρώτα μια στέγη κι ύστερα μια κοιλιά γεμάτη». Η Ατλίν όμως θέλει μια ψυχή γεμάτη. Ο έρωτάς της με τον έλληνα εμιγκρέ Σταματέλο είναι η έκφραση της ιδανικής πληρότητας στην αγάπη. Όμως πότε η ζωή μας αφήνει απερίσκεπτους να βιώσουμε την γλυκιά αμαρτία ενός αφοσιωμένου έρωτα; Για την Αντλίν οι εξωγενείς παράγοντες είναι πολλοί. Κι ο πιο σημαντικό, το αρρωστημένο πάθος ενός μαύρου πολιτικού που τη θέλει και ο οποίος είναι μεγαλωμένος με την αντίληψη ότι μια μαύρη γυναίκα δεν μπορεί παρά να υπακούει πειθήνια στα κελεύσματα που αρσενικού. Η άρνησή της τον εξωθεί στα άκρη και λόγο των πολιτικών του γνωριμιών, καταφέρνει να σκοτώσει τον μύθο της αγάπης που ζει.

Από την άλλη, ο άντρας με τον οποίο μοιράζεται το όνειρό της αγάπης της, ο έλληνας Σταματέλος, βρίσκεται να ζει διχασμένος ανάμεσα σ’ ένα πρέπει και σ’ ένα θέλω. Το πρέπει είναι η οικογένεια του στην Ελλάδα και η Ατλίν το γνωρίζει, και το θέλω είναι ο έρωτας που ζει με την μαύρη γαζέλα. Κι αυτό το ολοκληρωμένο θέλω, έχει για επιστέγασμα ένα παιδί. Ο Μάικλ! Μισός έλληνας και μισός νιγηριανός. Ούτε άσπρος, ούτε μαύρος. Πού δεν ανήκει πουθενά. Ένα παιδί που απολαμβάνει την αγάπη των γονιών του αλλά όχι και της κοινωνίας. Ο μιγάς τελικά δεν είναι αποδεκτός ούτε από τους μαύρους, ούτε από τους λευκούς. Κι όταν η Ατλίν θα βρεθεί στο μεγάλο δίλημμα ή χάνει τον άντρα της ζωής της καθώς είναι κυνηγημένος με μια στημένη ιστορία από τον μαύρο πολιτικό, ή τον αφήνει να πεθάνει στις νιγηριανές φυλακές. Προτιμά να τον χάσει για πάντα οργανώνοντας την δραπέτευσή του, για να ζήσει, έστω και μακριά της. Η αγάπη δεν είναι κατακτητική και η Ατλίν βιώνει την ωραιότητα της πράξης της, έστω κι αν τώρα πια το άδειο μισό του κρεβατιού της θα το ζεσταίνει η θύμηση.

Αυτός που θα ζει πλέον με το μισό της καρδιάς του κενό, θα είναι ο νεαρός Μάικλ ο οποίος αγαπά έναν πατέρα που αγνοεί τις ρίζες του… έναν πατέρα που τον έμαθε να είναι άντρας… που του έδωσε αξίες και οράματα ζωής για να μπορεί να αντιστέκεται στις φθαρτές αξίες του καιρού μας και στις πλαστικές θεοποιήσεις που μόνον αδύναμοι καταφεύγουν και άδειοι άνθρωποι που προσπαθούν να την γεμίσουν με ότι πρόσκαιρο τους προσφέρεται. Κι όμως η απρόσμενη φυγή του πατέρα του, θα τον βυθίσει σε μια ομιχλώδη αγωνία για το ποιος είναι ο πατέρας τους.

Και κάποια στιγμή θα κάνει το μεγάλο βήμα. Αντί να κατεβεί στην μητέρα του και στη μόνη πατρίδα που γνωρίζει, για τις καλοκαιρινές τους διακοπές μιας και σπουδάζει μοριακή γενετική στο Λονδίνο, αποφασίζει με την συντροφιά του κολλητού του, να γνωρίσει την πατρίδα του πατέρα του…. Να γνωρίσει το άλλο μισό που είναι κενό, της καρδιάς του.

Όλη αυτή την πλημμυρίδα των γεγονότων, η κ. Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, τα ξετυλίγει με τη σοφή δόση του ενδιαφέροντος, για να κρατά τον αναγνώστη της σ’ αυτό το ατέρμονο ταξίδι των δύο ζωών που γεύτηκαν το μέλι της αγάπης της τρυφερότητας και της πλήρους αποδοχής αλλά που τα απρόβλεπτα της ζωής, δημιουργήματα ανθρώπων, ορμώμενων είτε από μνησικακία, είτε από εκδικητικότητα, τις σκόρπισαν. Κι αν για την Ατλίν, παρ’ όλο τον δικαιολογημένο θυμό της που στιγμές- στιγμές την κατακλύζουν για την μυστηριώδη σιωπή του αγαπημένου της, η αποδοχή της πραγματικότητας είναι μια αναγκαιότητα, για το νεαρό όμως Μάικλ είναι ανάγκη ζωής η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά και η βαθιά του λαχτάρα να γκρεμίσει τον τοίχο της σιωπής που έχει υψωθεί γύρω γι αυτό το ζήτημα. Και θέλει να μάθει. Κι έτσι όπως η συγγραφέας σε οδηγεί στους μαιάνδρους του ξετυλίγματος της ζωής του, αναρωτιέσαι: θα φτάσει τελικά; Τι είδους παιχνίδι θα του στήσει η ζωή για να του αποκαλυφθεί; Και που μέσα σε κείνη την οδύσσεια της ψυχής του, τρυπώνει απρόσμενα η αγάπη. Όπως πάντα τρυπώνει στη ζωή του καθενός. Μυστηριώδης για τους νέους ανθρώπους, θυελλώδης, όπως της πρέπει, και ανατρεπτική, όπως της αξίζει όταν είναι αληθινή. Και θα έλεγα πως είναι η ίδια η Μοίρα τπου του στέλνει αυτό τον αποκαλυπτικό έρωτα για να τον οδηγήσει μες απ’ την έξαρση και τον πόνο στην Ιθάκη της ψυχικής του αναζήτησης και την λύτρωση.

Σεν θα σας αποκαλύψω το τελευταίο μέρος του βιβλίου γιατί θέλω να βιώσετε εκείνη την πλημμυρίδα των αντιφατικών συναισθημάτων του νεαρού ήρωα.

Όταν αποφάσισα να κολυμπήσω στα άγνωστα νερά της τελευταίας εκδοτικής δουλειάς της κ. Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, αυτό που ζητούσα ήταν να με ταξιδέψει. Κι αυτό θα έλεγα το πετυχαίνει με μοναδικό τρόπο. Κάθε βιβλίο πιστεύω πως πρέπει να είναι μια αποκαλυπτική οδύσσεια… ένα ταξίδι στον μέσα και στον έξω κόσμο… μια επιβεβαίωση πως η ζωή δεν μπορεί… και δεν πρέπει να είναι μόνο χαμόγελο. Ή μόνο δάκρυ. Η αληθινή ζωή πρέπει να είναι και τα δυο. Δεν υπάρχει νόμισμα με μια μόνο πλευρά. Και η ζωή είναι ένα νόμισμα. Από μας εξαρτάται πως θα το διαχειριστούμε. Και πάνω απ’ όλα ένα βιβλίο πρέπει να είναι γνώση ψυχής. Αυτοαποκαλυπτικό, έστω κι αν μαθαίνω μέσα από τη ζωή των ηρώων του, τη ζωή και τον εαυτό μου. Κι απ’ αυτή την πλευρά, το «έτσι θέλω να θυμάμαι» είναι αποκαλυπτικό για το πόσο αδύναμη είναι η ψυχή στα παιχνίδια της Μοίρας αλλά και πόση δύναμη μπορεί να κρύβει όταν θέλει.

Ξέρετε, τα ωραία βιβλία τα θυμάται κανείς όσα χρόνια κι αν περάσουν γιατί ακριβώς θα ΄χουν πάντα κάτι να του θυμίζουν όχι μόνο για την γλαφυρότητα της γραφής τους αλλά γιατί ο δημιουργός τους χωρίς να το θέλει, άνοιξε το πορτί της ψυχής και της σκέψης του και κατέθεσε μια αλήθεια, αλλά και για να μας μαθαίνει για το πόσο ανατρεπτική και απρόσμενη είναι η ζωή.

Για τη συγγραφέα τώρα, την κ. Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου δεν έχω να πω πολλά. Έχει δοκιμαστεί κι έχει δοκιμάσει την ψυχή της στις διάφορες αρένες της συγγραφικής δημιουργίας. Στο Έτσι θέλω να θυμάμαι θα έλεγα πως δεν δοκιμάζει μόνο τις συγγραφικές της δυνάμεις αλλά βάζει και σε δοκιμασία τις προσωπικές της μνήμες. Το αποτέλεσμα; Ας σεβαστούμε ότι έτσι θέλει να θυμάται. Η μνήμη είναι μια πολύ λεπτή, ιερή αλλά και εντελώς προσωπική υπόθεση.





Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011




Την Πέμπτη, 9 Ιουνίου στη Λευκωσία στο βιβλιοπωλείο ΠΑΡΓΑ ήταν όλοι εκεί. Παρ’ όλη την ταλαιπωρία της πυρκαγιάς που ξέσπασε λίγα μέτρα πιο κάτω από το βιβλιοπωλείο και η αστυνομία είχε κλειστούς τους δρόμους για αρκετές ώρες! Και ήταν σαν ένα τεράστιο κύμα η αγκαλιά τους. Ήταν ένα απέραντο μπουκέτο γιασεμί η παρουσία τους κι εγώ σαν πρωτάρα πνίγηκα μέσα στο άρωμα της αγάπης τους. Δεν θέλω να καταπιαστώ με ονόματα αυτών που ήρθαν στην παρουσίαση του Έτσι θέλω να θυμάμαι, γιατί ήταν όλοι φίλοι αγαπημένοι και ο κατάλογος ονομάτων δεν θα ΄χει τελειωμό. Θα αναρτήσω φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες για να μη ξεχάσω ποτέ αυτή τη βραδιά. Εξάλλου ο γλυκός Βασίλη Κιμούλη των εκδόσεων ΩΚΕΑΝΙΔΑ δεν σταμάτησε στιγμή να φωτογραφίζει, να κουβεντιάζει και να καλωσορίζει όλους τους άγνωστους που τον περιτριγύριζαν δίνοντας το παρόν του εκδοτικού οίκου που εκπροσωπούσε. Η εις βάθος ανάλυση του μυθιστορήματος από την Αικατερίνη Ανδρεστίνου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των παραβρισκόμενων. Η ανάγνωση αποσπασμάτων από την ηθοποιό Τέρψη Ψωμά που κατάφερε να δώσει το στίγμα της Αφρικάνικης κουλτούρας έδωσε μια ανάλαφρη νότα στο ακροατήριο.

Το «ευχαριστώ» μου δεν ξέρω αν είναι αρκετό για την τόση αγάπη σας. Εύχομαι να βρίσκομαι πάντα στο ύψος των προσδοκιών σας και να σταθώ αντάξια της αγάπης σας!



Ο Βασίλης Κιμούλης, η Τέρψη Ψωμά, η Αικατερίνη Ανδρεστίνου κι εγώ



Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Οι πρώτες παρουσιάσεις του "Έτσι θέλω να θυμάμαι" στην Κύπρο



Όσο κρατά το γράψιμο βρίσκομαι σε μια νηφάλια κατάσταση γεμάτη εσωτερικά ξανοίγματα και είμαι ο εαυτός μου. Είμαι ο καπετάνιος και οδηγώ το καράβι σε όποια λιμάνια ορίζει η καρδιά μου. Όταν τελειώσει το ταξίδι και το βιβλίο βρίσκεται έτοιμο με χάρτινο περίβλημα και ψυχή σαν ολοκληρωμένο άτομο σε κοινή θέαση, τότε χάνω λίγο την αυτοπεποίθηση, γίνομαι ευάλωτη και στέκομαι ταπεινά ενώπιό σας για να κριθώ. Αυτή την αμηχανία την κρατώ μέρες τώρα, αφ’ ότου άρχισαν οι ετοιμασίες για τις τέσσερεις παρουσιάσεις στην Κύπρο. Παρ’ όλο που βαθιά μέσα μου ήξερα πως ήταν μια αχρείαστη αγωνία.

Και όλα πήγαν περίφημα! Έγιναν ήδη οι δυο πρώτες παρουσιάσεις στη Λάρνακα από τα βιβλιοπωλεία Μαυρομάτη και στη Λεμεσό από τα βιβλιοπωλεία Κυριάκου. Κι όπως κάθε άλλη φορά εισέπραξα στο βλέμμα σας την αποδοχή, τη χαρά και την αγάπη. Και σε αυτές
κφράσει όλα όσα αισθάνομαι για αυτά που απλόχερα μου προσφέρετε.
Η οικογένεια Μαυρομάτης μας υποδέχθηκε σύσσωμη με ένα θερμό καλωσόρισμα και έκανε κάθε προσπάθεια όλα να πάνε καλά.






Σαν πρόλογος προβλήθηκε το τόσο πετυχημένο βιντεάκι που ο Μανόλης Αντριωτάκης είχε την καλοσύνη να πετάξει από Αθήνα στην Κύπρο για το γύρισμα.





Η Φιλόλογος Αικατερίνη Ανδρεστίνου έκανε μια εις βάθος ανάλυση του έργου και η ηθοποιός Τέρψη Ψωμά κατάφερε να ζωντανέψει τους ήρωες με ένα πολύ παραστατικό διάβασμα.




 
Η παρουσία φίλων και αναγνωστών είναι πάντα μια ευχάριστη έκπληξη σ’ αυτές τις εκδηλώσεις.

4.




Τα βιβλιοπωλεία Κυριάκου στη Λεμεσό ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Μια όαση θα ΄λεγα που στήθηκε ειδικά για να τιμήσει το βιβλίο. Στον κάτω όροφο ράφια και πάγκοι κρατάνε τα βιβλία σε σωστή θέαση και στον απάνω όροφο μια μεγάλη σε έκταση καφετέρια προσκαλεί το βιβλιόφιλο κοινό για ένα καφέ και συζήτηση.



5.

Η δημοσιογράφος του ΡΙΚ Όλγα Πιερίδου, γνωστή για την Πολιτιστική εκπομπή της «Ο Περίπλους» με τον χειμαρρώδη λόγο που την χαρακτηρίζει, έκανε μια ευχάριστη ανάλυση του βιβλίου και σε συνδυασμό με τη γλαφυρή ανάγνωση αποσπασμάτων της χαρισματικής ηθοποιού Τέρψης Ψωμά, άφησαν στους παρευρισκομένους μια ευχάριστη νότα για συζήτηση.




Φίλοι αγαπημένοι της Λεμεσού που από μέρες τηλεφωνούσαν να μάθουν πώς να με εξυπηρετήσουν σ' αυτή την επίσκεψη στην πόλη της. Ποιούς να πρωτοθυμηθώ, την Έλενα και το Γιώργο Κωνσταντή, την Αγγέλα και το Σίμο, τη συγγραφέα Θάλεια Κουνούνη, τον εκπαιδευτικό και λογοτέχνη Χριστόφορο Κελίρη, την ηθοποιό Πολίνα Ανδρέου ή τα ξαδέρφια μου Στέλιο και Λώρη, Μαίρη, Κώστα και Ελένη ή τον κύριο Τάσο Αναστασιάδη; Στη Λάρνακα τα ξαδέρφια μου Σπύρο και Φανή Ηλιάδη, την Ηλιάδα, τον Κώστα Κατσώνη τον Ξενάκη και όσους δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματα. Ευχαριστώ όλους θερμά καθώς και τα βιβλιοπωλεία Μαυρομάτη και Κυριάκου.