Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Υστερόγραφο Ζωής (Εκδόσεις Ψυχογιός)


 Ελένη Τσαμαδού η φίλη, η ομότεχνη, η συγγραφέας που σέβομαι και αγαπώ!  Το Υστερόγραφο Ζωής από τις Εκδόσεις Ψυχογιός το περίμενα με πολλή αγωνία γιατί παρ’ όλο που μας χωρίζει η θάλασσα, έχουμε συχνά επαφή και συζητάμε γι αυτά που γράφουμε, γι αυτά που μας πονούν ή μας περιορίζουν.  Πολυγραφότατη η Έλλεν, κέρδισε επάξια μια ξεχωριστή  θέση  ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς  με την συνέπεια και το βάθος της γραφής της. Το αναγνωστικό κοινό την λάτρεψε γιατί   χειρίζεται με καταπληκτική μαεστρία την πλοκή κάθε έργου της ξεδιπλώνοντας πληροφορίες και ιστορικά γεγονότα άγνωστα πολλές φορές στο πλατύ κοινό. Οι ήρωες της  ολοκληρωμένοι, έχουν ανάστημα και   πραγματική εικόνα στην αντίληψη του αναγνώστη έτσι που συχνά συμπορεύεται  στην περιπέτεια  της ιστορίας της.
Είναι γνωστά τα βιβλία της Ελένης Τσαμαδού. Οι θεοί πέθαναν στη Ρώμη, Η εταίρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ο χορός των μυστικών, Της ζωής και της αγάπης. Το Υστερόγραφο μιας ζωής έχει μια άλλη μαγεία,  γιατί παρ’ όλο που τα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά, έχουν  αμεσότητα και δύναμη γιατί δίνονται από μέσα προς τα έξω.  Όλοι γνωρίζουμε πως οι γνήσιοι συγγραφείς λίγο πολύ κλείνουν στο έργο τους βιωματικές εμπειρίες είτε αυτά που οι ίδιοι έζησαν, ή που άκουσαν ή που είδαν. Σ’ αυτή την περίπτωση η Ραχήλ είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο και  μεταφέρει  προσωπικές  στιγμές της ζωής της στην πιο σκοτεινή και απάνθρωπη περίοδο του 20ού αιώνα.
Μέσα από δύο παράλληλα εξελισσόμενες ιστορίες, που η μια ξεκινά το 1999 και η άλλη το 1953 μας δίνει η συγγραφέας την ιστορία της. Η αφήγηση στο παρελθόν εναλλάσσεται με το παρόν και συνδέει τις γενιές, αλλά τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει η Ραχήλ.  Η σύλληψη της υπόθεσης δομείται μέσα από τα αποκαλυπτικά λόγια της ηρωίδας:

«Γιατί σου γράφω; Γιατί αποφάσισα να λύσω τη σιωπή μου; Θα αναρωτιέσαι. Θα ήθελα, θα έπρεπε να το είχα κάνει χρόνια πριν, αλλά ποτέ δε βρήκα το κουράγιο. Σήμερα, όμως, όλα άλλαξαν. Το ποτάμι του πόνου φούσκωσε, ξεχείλισε μέσα μου κι έσπασε τη λεπτή κρούστα που κάλυπτε την πληγή της καρδιάς μου και αποφάσισα να μιλήσω σε σένα, Γιάννη, Γιοχανάν μου. Και αν με ακούσεις, ίσως καταλάβεις και ίσως με συγχωρήσεις – αν μπορέσεις…»
Μέσα από ένα χοντρό φάκελο παραδομένο από ένα συμβολαιογραφείο είναι ο τρόπος που η Ραχήλ επέλεξε ύστερα από πολλά χρόνια σκέψης, να αποκαλύψει την ύπαρξή της και να κάνει την πρώτη της επαφή με το μοναδικό παιδί της που εγκατέλειψε… Κι έτσι ξετυλίγεται η ιστορία.
Η Ραχήλ Εβραϊκής καταγωγής, γεννημένη στη Θεσσαλονίκη περιγράφει τα  παιδικά της χρόνια άλλοτε στο οικογενειακό περιβάλλον της  γιαγιάς Εσθήρ μητέρας του πατέρα της με τις αυστηρές εβραϊκές αρχές, άλλοτε τις χαρούμενες διακοπές με την γιαγιά Αλέγρα στην Πάτρα, τους έρωτες, τις σπουδές στην Ελβετία και τον μεγάλο της έρωτα που της άφησε βαθιά άσβηστα σημάδια. Στον πόλεμο γίνεται εθελόντρια στον στρατό, ακολούθησαν τα χρόνια της κατοχής, η φτώχεια, και ο κατατρεγμός των Εβραίων. Οι σκηνές από το Άουσβιτς δίνονται με μέτρο έτσι που ο αναγνώστης να γίνεται συνειδητά συνοδοιπόρος με την Ραχήλ που τελικά είναι η μόνη επιζήσασα  της οικογένειας από το Χόλοκοστ. Εδώ ανοίγεται ένα άλλο τραγικό κεφάλαιο που θα  κατατρέχει τις μέρες και τα χρόνια που ακολούθησαν και ίσως να ευθύνεται και για την κατάληξη της ιστορίας…   Τα χρόνια που ακολουθούν θα ζήσει  καλύτερες μέρες όταν συναντά τον μεγάλο έρωτα της ζωής της τον Τέο που παντρεύεται και φέρνει στον κόσμο το μοναδικό της γιο τον Γιάννη ή Γιοχανάν. Να είναι της μοίρας γραφτό ή οι δικές μας επιλογές μας φέρνουν αντιμέτωπους με την δυστυχία ή την ευτυχία;
«Αγάπησα και αγαπήθηκα και έχασα ό,τι αγάπησα. Έκανα λάθη, λάθη τραγικά. Τα πλήρωσα και πληρώνω, όμως αγαπήθηκα. Ίσως δεν έπρεπε να είχα αγαπήσει τον άντρα που αγάπησα. Ίσως ήταν λάθος από την πρώτη στιγμή. Το ήξερα πως μας χώριζε ένας ωκεανός, πως δε θα μπορούσαμε ποτέ να ενωθούμε αν κάποιος από τους δυο μας δεν έχανε κάτι, δεν πρόδιδε κάτι. Διάλεξα να είμαι εγώ αυτή που έδωσε, και τελικά ήμουν αυτή που έχασε. Σαν την άλλη Ραχήλ, έχασα κι εγώ και δεν μπορούσα, και δεν μπορώ να παρηγορηθώ».
Από την πλευρά του ο Γιάννης, ο Γιοχανάν της όταν τέλειωσε και την τελευταία σελίδα από το χειρόγραφο της Ραχήλ, της μητέρας του «μέσα στα θολά μονοπάτια της μνήμης, σαν αστραπή ήρθε μια εικόνα. Θυμόταν. Και η θύμηση πονούσε… Μια γυναίκα με μαύρα καθισμένη κάθε μέρα στο ίδιο παγκάκι της πλατείας. Αυτή θα ήταν…. Δεν θυμάται τα χαρακτηριστικά της, μια φιγούρα με μαύρα ρούχα μόνο. Μοναχική!»
Καλή ανάγνωση!