Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Θαμμένοι στον Γρανίτη



Μια αλματώδης αύξηση στις εκδόσεις αστυνομικών μυθιστορημάτων παρατηρείται πρόσφατα στην Ελλάδα. Νέοι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων δίνουν όλο και πιο συχνά το παρόν τους στα εκδοτικά δρώμενα. Μια απ’ αυτούς τους συγγραφείς είναι και η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη. Μετά «Τα ήρεμα νερά» έρχεται μ’ ένα δεύτερο μυθιστόρημά της από τις εκδόσεις Ωκεανίδα να τραβήξει σοβαρά την προσοχή μας. Το «Θαμμένοι στον Γρανίτη» ομολογώ πως μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος. Σαν σεναριογράφος η Μιμή ξέρει να ξεδιπλώνει σιγά σιγά τις εικόνες δίνοντας στους ήρωες της τη δύναμη και το μυστήριο που τους αρμόζει.


Η ιστορία διαδραματίζεται στα στενά πλαίσια ενός μικρού χωριού της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου το 2004, λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ το Νευροκόπι. Πρωταγωνιστές της ιστορίας ένα ζευγάρι Ελληνοαμερικανών ο Στίβεν και η Μαίρη που ήρθαν στο χωριό του παππού της για να περάσουν ήρεμα τις διακοπές τους. Ο Στίβεν είναι Αμερικανός ειδικός στην εγκληματική ανθρωπολογία. Η Μαίρη είναι Ελληνίδα και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Τα υπόλοιπα πρόσωπα είναι οι τυπικοί χαρακτήρες ενός χωριού. Ο ταβερνιάρης, ο Κουλοχέρης (άνθρωπος για όλες τις δουλειές), ο μουγκός, ο δασοφύλακας, η αλλοπαρμένη γεροντοκόρη Χριστίνα, και ο αστυνόμος Μισιρλής.

Αντικείμενο της υπόθεσης ένας σκελετός που ανακαλύφθηκε τυχαία στον Γρανίτη. Τη λύση της υπόθεση δεν θα δώσει ούτε ο αστυνόμος, ούτε ο ιατροδικαστής που επιμένουν πως τα τελευταία χρόνια δεν έχει δηλωθεί καμιά εξαφάνιση. Τη λύση θα δώσει το ίδιο το παρελθόν του τόπου, οι παράξενες ιστορίες και τα καλά κρυμμένα μυστικά που χάνονται στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τότε που το μικρό χωριό ζούσε ημέρες δόξας ως κοσμοπολίτικο θέρετρο.



Η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη γεννήθηκε στη Δράμα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Σαν Ντιέγκο, όπου εργάστηκε ως παραγωγός σκηνοθέτρια. Στην Ελλάδα δουλεύει ως σεναριογράφος στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Λένα Μαντά




Πάει καιρός που διάβασα το Χωρίς χειροκρότημα της Λένας Μαντά και με την ευκαιρία που κλείνει δέκα χρόνια στα εκδοτικά δρώμενα αποφάσισα να κάνω ένα αφιέρωμα. Ήθελα από εβδομάδες να γράψω, μα με πρόλαβαν τα θλιβερά γεγονότα εδώ στην Κύπρο. Η θλίψη και η οργή μας για το δολοφονικό συμβάν δεν καταλάγιασε, απλά έχει πάρει σχήμα και όγκο μέσα μας, σαν σώμα σε άλλο σώμα. Εμείς απλά προσπαθούμε να συνεχίσουμε με δεκανίκια τη ζωή μας. Διαβάζουμε βιβλία και βλέπουμε ταινίες DVD –όταν έχουμε ρεύμα- για να ξεχνιόμαστε.

Τις ίδιες ίσως και χειρότερες δοκιμασίες βιώνει και η Ελλάδα κι ο κόσμος αποξεχνιέται διαβάζοντας ελληνικά μπεστ σέλερς. Ίσως να μην είναι τυχαίο που το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου έκανε πρόσφατα μια έρευνα που αναδεικνύει μετά τον Καζαντζάκη, τον Καβάφη και τον Ντοστογιέφσκι τη συγγραφέα μπεστ σέλερ Λένα Μαντά σε πρόσωπο που οι αναγνώστες πιστεύουν ότι «τα βιβλία της, τους έχουν σώσει τη ζωή». Η Μαντά θεωρείται ότι έχει πωλήσει 50.000 αντίτυπα το 2011 σε μια εποχή οικονομικής κρίσης! Κάτι που σε μερικούς φαίνεται απίστευτο.

Ποιο είναι το μυστικό ενός συγγραφέα που κατορθώνει σε δέκα χρόνια συγγραφικής ζωής να εισπράττει τη λατρεία των αναγνωστών του, να τους γίνεται απαραίτητος κάνοντάς τους να πιστεύουν πως «τους έχει σώσει τη ζωή;» Ξέροντας τη Λένα Μαντά θα ΄λεγα πως αυτό οφείλεται στο σπάνιο επικοινωνιακό της χάρισμα, την ευκολία που δίνεται στους γύρο της και την αγάπη που χαρίζει. Σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα Φιλελεύθερος όταν ρωτήθηκε «πώς νιώθει απέναντι στο αναγνωστικό της κοινό» είπε: Απέραντα γεμάτη από την αγάπη τους. Δεν παραλείπω ποτέ να λέω «ευχαριστώ» καθώς ξέρω ότι χάρη σε όλους τους αναγνώστες που αγάπησαν τη δουλειά μου αλλά κι εμένα την ίδια, βρίσκομαι εδώ που είμαι σήμερα. Και το μόνο που προσπαθώ κάθε φορά είναι να δίνω τον καλύτερο μου εαυτό.

Αλήθεια πώς είναι να βρίσκεται κανείς ψηλά στην κορυφή; Δεν το έχω νιώσει ποτέ και ούτε πιστεύω πως θα το πετύχω. Η Λένα Μαντά που το πέτυχε δεν έπαψε να είναι ο ίδιος φιλικός και αυθόρμητος άνθρωπος. Την τελευταία φορά που τη συνάντησα στο Public στη Λευκωσία άνοιξε μια τεράστια αγκαλιά να με δεχθεί και δεν τσιγκουνεύτηκε να πει πόσο της άρεσε το βιβλίο μου. Αυτό παρατηρώ να το κάνει με τον κάθ’ ένα όταν καταπιάνεται να γράψει για κάποιο βιβλίο στο μπλοκ της. Είναι δοτική και αυθόρμητη. Αυτό πιστεύω είναι το μεγαλύτερο της ατού και καταφέρνει να φτάνει στην καρδιά των αναγνωστών της. Γιατί σήμερα δεν αρκεί μονάχα να γράψει κανείς μια ενδιαφέρουσα ιστορία, σημασία έχει να καταφέρει να το περάσει με ειλικρίνεια στο αναγνωστικό κοινό. Και η Λένα αφού καταπιάνεται με την καθημερινότητα, κατορθώνει να βάζει τους αναγνώστες της να ζουν τα δικά τους προβλήματα μέσα από τις σελίδες της.


Ομολογώ πως με το τελευταίο της βιβλίο το Δίχως Χειροκρότημα μπήκα άνετα στη ματαιόδοξη ζωή της νύχτας που τόσο επιτακτικά νέοι άνθρωποι επιζητούν στην εποχή μας. Αλλά όπως λέει και η Λένα «η πραγματική ζωή ξεκινάει από εκεί που τελειώνει το χειροκρότημα! Αν ζεις γι αυτό, τότε ζεις τη ζωή που οι άλλοι θέλουν για σένα. Το χειροκρότημα γενικά πρέπει να είναι το επιστέγασμα των προσπαθειών μας».

«Η Λένα Μαντά γεννήθηκε στην Πόλη το 1964. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τους γονείς της πέντε χρόνια αργότερα. Πολύ σύντομα χώρισαν και η Λένα έζησε μόνη με τη μητέρα της, η οποία έκανε χίλιες δουλειές για να τη μεγαλώσει. Σπούδασε νηπιαγωγός, αλλά ποτέ δεν θέλησε να ασχοληθεί με το επάγγελμα. Για τρία χρόνια ασχολήθηκε με κουκλοθέατρο, με έργα δικής της συγγραφής. Μητέρα δύο παιδιών ενός γιού και μιας κόρης, όταν τα πράγματα δυσκόλευαν στην καθημερινότητά της, κατέφευγε στο γράψιμο. Αν και ποτέ η λέξη «συγγραφέας» δεν είχε περάσει από το μυαλό μου, λέει σήμερα. «Έγραφα και γράφω όσα μου αρέσει εμένα να διαβάζω» συνηθίζει να λέει. Στο πλευρό της πάντα ο άντρας της, που την ακολουθεί βήμα προς βήμα!

Φέτος κλείνει δέκα χρόνια στα εκδοτικά δρώμενα: «Τη μέρα που σε γνώρισα», «Το Βαλς με δώδεκα θεούς», Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης», «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι», «Η άλλη πλευρά του νομίσματος», «Έρωτας σαν βροχή», «Το τελευταίο τσιγάρο» και το «Χωρίς Χειροκρότημα». Κάθε της βιβλίο πουλιέται σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και κατασκηνώνει στις λίστες των μπεστ σέλερ». (Απόσπασμα από τη συνέντευξή της στο Φιλελεύθερο).

Το κείμενο αυτό μου πήρε τρεις μέρες να το τελειώσω. Είχαμε δίωρη διακοπή ρεύματος τρεις φορές τη μέρα και κάθε φορά έχανα κι ένα κομμάτι του κειμένου.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

15.000 οργισμένοι Πολίτες


Συγκέντρωση διαμαρτυρίας των πολιτών στις 18 Ιουλίου έξω από το Προεδρικό


Τώρα που θάψαμε τους νεκρούς μας, τώρα που το κλάμα έγινε υπόκωφο και το κρύο άπλωσε στις καρδιές μας, ήρθε η ώρα της περισυλλογής. Η ώρα της ενδοσκόπησης. Θέλουμε να βρούμε τα αίτια της συμφοράς και αφήσαμε τους άνετους καναπέδες μας και ξεσηκωθήκαμε στους δρόμους. Εμείς οι καλοπερασάκηδες. Εμείς που κάποτε αν βλέπαμε το κακό λέγαμε κάποιοι πρέπει να δράσουν. Μα ποτέ εμείς, πάντοτε περιμέναμε από τους άλλους.

Χτες 15.000 αγανακτισμένοι πολίτες, ανεξαρτήτου κόμματος, από όλες τις πόλεις της Κύπρου συγκεντρώθηκαν με αναμμένες λαμπάδες στο Προεδρικό. Μια αυθόρμητη κίνηση των πολιτών που νιώθουν εδώ και καιρό να καταπατούνται τα δικαιώματα και η ασφάλεια τους. Που μέχρι τώρα σιωπούσαν με μια ηθελημένη παθητική στάση. Οι φονικές εκρήξεις, οι δεκατρείς δολοφονίες άξιων παλληκαριών, ξεχείλισαν το ποτήρι. Τώρα ο κόσμος ξύπνησε, βγήκε απ’ τη χειμερία νάρκη στους δρόμους και ζητά δικαίωση. Ζητά απ’ τον Πρόεδρο και την κυβέρνησή του να παραιτηθούν. Φάνηκαν ανάξιοι των προσδοκιών μας!

Μέσα στο πένθος και τον θρήνο, αυτό που περίμενε ο πολύπαθος λαός την συγκεκριμένη στιγμή από τον Πρόεδρό του, ήταν να εκφράσει τη λύπη του για το ατυχές συμβάν και να ζητήσει ταπεινά συγνώμη από τον ίδιο και εκ μέρους της κυβέρνησής του. Δεν το έκανε. Αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση του κόσμου. Θυμάμαι με δέος τον Πρόεδρο της Ιαπωνίας όταν έγινε το φονικό τσουνάμι. Μετά την καταστροφή στάθηκε μπρος στα παιδιά με λυγισμένο το γόνατο και σκυφτό το κεφάλι και ζήτησε συγνώμη κι ας μην ήταν από δική του υπαιτιότητα το κακό!

Μας υπόσχονται πως οι ένοχοι θα τιμωρηθούν. Το παρελθόν δεν είναι η καλύτερη εγγύηση για να τους εμπιστευτούμε. Ποτέ οι Κύπριοι πολιτικοί δεν είχαν την ελάχιστη ευθιξία, ποτέ δεν παραιτήθηκαν, ποτέ δεν καταδικάστηκαν για πολλά σοβαρά που έγιναν.

Οι πολίτες θα συνεχίσουν τον αγώνα τους πιστεύοντας πως θα διορθώσουν στο μέλλον όλα τα κακώς έχοντα του τόπου μας που προκάλεσε η αδιαφορία και ο υλισμός μας. Γενικώς ξύπνησαν οι πολίτες της Κύπρου!

Σας παρουσιάζω μερικούς στίχους της Domenica που ανάρτησε στο μπλοκ μου. Αφιερωμένο στις ελεύθερες ψυχές

Γύρω σου ο κόσμος, η κοινωνία

Τα πρέπει, οι καθωσπρεπισμοί

Γύρω σου το σύστημα, οι νόμοι

Γραμμένοι και άγραφοι πολλοί

Και ένα συγνώμη αόρατο σε μια φυλακή

Δικαστές και βουλευτάδες

Καταδίκες και χάρες

Ποιος αποφασίζει



Πιο πολλά θα διαβάσετε στην προηγούμενη ανάρτηση ή στο
http://www.coffee-talks.com/




Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Πώς να σας αποχαιρετήσω;




Τι να αποχαιρετήσω



Που δεν έχω πρόσωπο


Να φιλήσω


Παρά μονάχα θύμησες


Κλεισμένες σ’ ένα σκοτεινό φέρετρο!

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετά σε ραδιοφωνική εκπομπή ένας φαντάρος τους δίδυμους ναύτες Χριστάκη και Μιλτιάδη που κάηκαν στην δολοφονική έκρηξη. Μέχρι προχθές ήταν όλοι τους παιδιά ξέγνοιαστα με το χωρατό και έγραφαν έξυπνες ατάκες στο facebook. Σήμερα το facebook έγινε τόπος θρήνου και μηνυμάτων για καλέσματα διαμαρτυρίας και οργής.

Και είναι οι νέοι που είναι περισσότερο οργισμένοι γιατί διαπιστώνουν από πολύ νωρίς πως ζουν σε μια κοινωνία που δεν μπορεί να τους προστατεύσει, που δεν έχει τίποτα να τους προσφέρει και τους κλείνει το δρόμο ισοπεδώνοντας τα όνειρά τους πριν καλά καλά αρχίσουν…

Η ταυτοποίηση των νεκρών έχει φτάσει στο τέλος και οι σωροί σήμερα θα παραδοθούν στους συγγενείς. Οι άνθρωποι θα απλώσουν τα χέρια να αγκαλιάσουν για στερνή φορά τους αγαπημένους τους και θα μείνει η αγκαλιά τους άδεια. Γιατί όπως είπε και ο στρατιώτης «πώς να αποχαιρετήσουν αφού δεν θα έχουν πρόσωπο να φιλήσουν» παρά ένα σφραγισμένο σκοτεινό φέρετρο. Σαν τις αδηφάγες φλόγες που κατάπιαν τα κορμιά… και στράγγιξαν τα νιάτα…

Τι κι αν φωνάξουμε στους συγγενείς «σας σκεφτόμαστε, σας αγαπάμε και πονάμε μαζί σας. Ήταν και δικά μας παιδιά, ήταν και δικοί μας πατεράδες, δικά μας αδέρφια» η μοναξιά της απώλειας και ο πόνος τους δεν θα μετακινηθεί στο ελάχιστον. Ο πατέρας των δίδύμων είπε "ήταν καλά τα παιδιά μου, αγαπούσαν την οικογένεια, την πατρίδα και τους φίλους τους". Η φωνή τους αντιχεί ακόμα στ' αυτιά του αφού του είχαν τηλεφωνήσει στις 4.30π.μ. για να του πουν πως έγινε η πρώτη έκρηξη. Η έκρηξη που από μέρες περίμεναν. Κι αυτό που με οργίζει ακόμα περισσότερο είναι γιατί αφού ήξεραν την έκταση του κακού δεν διέταξαν όλους να απομακρυνθούν;
Και την επόμενη μέρα μετά την ταφή θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και θα ζητηθούν εξηγήσεις, θα ζητηθούν ευθύνες και ένα μεγάλο «γιατί;» Δώδεκα άνθρωποι σκοτώθηκαν και άλλοι δυο παλεύουν για τη ζωή τους. Τι απαντήσεις θα δώσουμε; Πως τους χάσαμε από υπερβολική ανικανότητα; Από ερασιτεχνικούς χειρισμούς; Ή από αμέλεια;

Είναι και άλλες δυο μάνες που κάθονται καρτερικά στο νοσοκομείο και μετράνε τον πόνο σπιθαμή σπιθαμή συμπάσχοντας με τα παιδιά τους. Μα αλλοίμονο δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν. Όταν ο Αντώνης  μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ήταν αγνώστου ταυτότητος. Η μητέρα του μονάχα μπόρεσε να τον αναγνωρίσει όπως ξέρει κάθε μάνα να αναγνωρίζει το παιδί της, με την καρδιά, με τον παλμό που είναι συντονισμένος στο ίδιο μήκος κύματος, απ’ τη μυρωδιά, από ένα σημάδι στο χέρι. Γιατί ο Αντώνης δεν έχει πια πρόσωπο, ούτε μάτια…

Σήμερα κηδεύονται εννέα από τους δώδεκα. Καλό σας ταξίδι λεβέντες μας. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σας σκεπάσει!

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Έγκλημα και Τραγωδία


Σαν κι εκείνο τον Ιούλη του ΄74 μπήκε κι ο φετινός Ιούλης μαυροφορεμένος, γεμάτος οργή και αγανάκτηση. Ο πρωινός καύσωνας δοκιμάζει τις αντοχές μας, την υπομονή και ανεκτικότητά μας. Πόση υπομονή πια πρέπει να κάνει κανείς όταν βλέπει δώδεκα ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους στην πρώτη γραμμή του καθήκοντος; Πόση υπομονή να κάνουν οι μανάδες που στέλλουν παιδιά αμούστακα να κάνουν το χρέος τους στην πατρίδα κι αυτή τα αφήνει ανυπεράσπιστα, έρμαιο της αμέλειας και της ανικανότητας κάποιων ανεύθυνων; Μεταξύ αυτών αξιωματικοί του στρατού και πέντε πυροσβέστες χάθηκαν άδικα αφήνοντας πίσω τους γυναίκες και παιδιά.

Στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» ήταν κοινό μυστικό πως το κακό παραμόνευε. Κι εμείς οι ανίδεοι το είχαμε εμπεδώσει από τις συζητήσεις που ακούγαμε στα κανάλια πως το υλικό που είχε κατασχεθεί το 2009 από ρωσικό πλοίο έμενε αφύλακτο και σε λάθος τόπο. Ο Διοικητής το είχε εγγράφως αναφέρει, οι στρατιώτες το συζητούσαν, αλλά οι υπεύθυνοι στου κωφού την πόρτα…

Χτες το βράδυ η θλίψη και η οργή δεν χωρούσε στα σπίτια και ο κόσμος βγήκε στους δρόμους με αναμμένα κεριά με την προσδοκία να ενώσει την καρδιά του με τις ψυχές που έφυγαν. Να δώσει μια αγκαλιά να δροσίσει τα καμένα κορμιά απ’ τις φλόγες, να απαλύνει τον φόβο της έκρηξης που τα βρήκε απροετοίμαστα.

Πώς να παρηγορηθεί η μάνα του Μιλτιάδη και του Χριστάκη, των δυο δίδυμων που χάθηκαν αντάμα; Τι λόγια να πούμε σ’ αυτούς τους γονείς να τους δώσουμε ελπίδα για την επόμενη μέρα; Πώς ξεχνάς; Πώς συγχωρείς; Πώς να αντέξουν να βλέπουν τους υπαίτιους στο γυαλί χωρίς να ματώνει η ψυχή τους; Γιατί στην Κύπρο ποτέ δε μάθαμε να τιμωρούμε. Πάντα κάποιοι έχουν το πάνω χέρι και όλα σβήνονται με ένα μεγάλο σφουγγάρι εν μια νυχτί…. Κρίμα, κρίμα, κρίμα….