Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Η παρουσίαση του Έτσι θέλω να θυμάμαι στην Πάφο

Στις  παρουσιάσεις του "Έτσι θέλω να θυμάμαι" στις διάφορες πόλεις της Κύπρου είχα την τύχη  να ασχοληθούν με το βιβλίο μου τρεις αξιόλογοι άνθρωποι. Η φιλόλογος Αικατερίνη Ανδρεστίνου, η δημοσιογράφος Όλγα Πιερίδου και ο δημοσιογράφος Μάκης Αντωνόπουλος. Πιστεύω πως θα ήταν παράλειψη να μην δημοσιεύσω με τη σειρά όλες τις ομιλίες που έγιναν γιατί πιστεύω γράφτηκαν με πολλή αγάπη και κόπο και δεν είναι εύκολο να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο 605 σελίδων σε μικρό χρονικό διάστημα και να γράψει. Εξ άλλου ο προφορικός λόγος χάνεται, ενώ ο γραπτός μένει. Κι αρχίζω με αυτή του δημοσιογράφου Μάκη Αντωνόπουλου που είχα την χαρά να συναντήσω στην Πάφο.
Ο Μάκης Αντωνόπουλος, ο Δημήτρης Μπαλαούρας των βιβλιοπωλείων ΠΑΡΓΑ και ο Βασίλης Κιμούλης της ΩΚΕΑΝΙΔΑΣ


"Παίρνοντας στα χέρια μου την καινούργια συγγραφική δουλειά της καλής μου φίλης κ. Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, «Έτσι θέλω να θυμάμαι», δεν θα το κρύψω, με τρόμαξε. Γενικά, θα έλεγα, με τρομάζουν τα ογκώδη μυθιστορήματα, απλά και μόνο γιατί θα αποσπάσουν πολύ από τον προσωπικό μου χρόνο. Και είναι λίγος…

Το άνοιξα όμως και χάθηκα σ’ ένα γοητευτικό ταξίδι. Κι αυτό γιατί, όποιος έχει ταξιδέψει ή έχει ζήσει σε κάποια από τις χώρες της Αφρικής, είμαι σίγουρος ότι θα είναι χοντρό το βιβλίο των αναμνήσεών του. Για μας τους λευκούς η Αφρική είναι μια μυστηριώδη αλλά και σκληρή γη. Μ’ ένα συγκλονιστικό αταβισμό, με μια μυστηριακή μαγεία που ξεδιπλώνεται από τη φύση της, τους ανθρώπους που έχει πλάσει αλλά και την ψυχή τους. Όλα αυτά τόσο διαφορετικά από τα δικά μας. Μας τρομάζει η ανερεύνητη μορφή των ανθρώπων της, εκείνος ο ιδιαίτερος σεβασμός στην παράδοσή τους και στη φυλή τους. Στοιχεία που έρχονται βαθιά απ’ τον χρόνο… Μας τρομάζει το άσπρο των ματιών τους μα και η γρανιτόπλαστη μορφή τους. Γιατί αλήθεια; Ίσως γιατί εμείς οι λευκοί, τους θεωρούσαμε από πάντα παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Με το βιβλίο της η κ. Δαμιανού Παπαδοπούλου, μου ανέτρεψε πολλές απ’ αυτές τις θέσεις και τις απόψεις. Αφού με πήρε και με παρέσυρε σ’ αυτό το γνώριμα άγνωστο κόσμο της μαύρης ηπείρου. Και μου έδειξε τους ανθρώπους της. Με μύησε στην βαρβαρότητα του εξουσιαστικού πολέμου αλλά και ανέσυρε από τη μνήμη μου εικόνες και γεγονότα ξεχασμένα που όμως πριν λίγες δεκαετίες τα πεινασμένα παιδιά της Μπιάφρα κοσμούσαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων του κόσμου, κάνοντας – θυμάμαι- επίκληση στην ευαισθησία των πολιτισμένων. Που για μια ακόμη φορά αποδείξαμε πως η ευαισθησία της ανθρωπιάς μας πολλές έχει κοντινή ημερομηνία λήξης.

Η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων εκείνου του καιρού, μιας κι εκείνη την περίοδο εξελίσσεται η ιστορία του βιβλίου είναι γλαφυρή από μια ευαίσθητη συγγραφέα που τα βίωσε από πρώτο χέρι. Και είναι στιγμές που νιώθεις πως έτσι όπως σε κρατά απ’ το χέρι, δρασκελάς τις γειτονιές τους, τα πλιθόχτιστα σπιτικά τους για να σου δείξει πως το πρόσωπο της κτηνωδίας είναι πάντα ίδιο, απ’ όποιο ανθρώπινο χρώμα κι αν εκφράζεται. Αλλά και πόσος πρωτογονισμός αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αγρίμι.

Η κ. Δαμιανού Παπαδοπούλου όμως δεν αφήνει την ελπίδα της ανθρωπιάς να πεθάνει γιατί ξέρει – και προπάντων να δικαιώσει τον άνθρωπο- ότι η πίστη στην ομορφιά θα ξεπεράσει τον παραλογισμό του θανάτου, μόνο και μόνο γιατί οι άνθρωποι των απλών οραμάτων, πρέπει να έχουν αύριο έστω κι αν πρέπει να διαβούν τις προσωπικές τους Συμπληγάδες.

Για μένα, το «Έτσι θέλω να θυμάμαι» ήταν ένα αφύπνισμα ψυχής και αναμνήσεων. Ζωντάνεψε μέσα μου την «δική» μου Αφρική. Από το Μαρόκο και την Τυνησία, μέχρι το Σουδάν και τη Νότια Αφρική. Το Νείλο και την έρημο Σαχάρα, τα χιόνια του Άτλαντα και την ομορφιά του Κίμπερλυ. Μα προπάντων τους ανθρώπους της. Ανθρώπους που η πρώτη ματιά σου προκαλεί προβληματισμό και η δεύτερη σου απομυθοποιεί την ιερή λαχτάρα του καθενός για την δικαίωση.

Όλα αυτά είναι που κλείνει η συγγραφέας τους ήρωές της για να ξετυλίξει την προσωπική τους οδύσσεια. Κι εδώ υψώνει μια υπέροχη γυναικεία μορφή. Η Ατλίν, η ηρωίδα της είναι μια πανέμορφη μαύρη καλλονή, αεροσυνοδός στις Νιγηριανές αερογραμμές. Η Ατλίν διψά ν’ αγαπήσει και να αγαπηθεί, επαναστατώντας στη λογική της φυλής της που λέει «πρώτα μια στέγη κι ύστερα μια κοιλιά γεμάτη». Η Ατλίν όμως θέλει μια ψυχή γεμάτη. Ο έρωτάς της με τον έλληνα εμιγκρέ Σταματέλο είναι η έκφραση της ιδανικής πληρότητας στην αγάπη. Όμως πότε η ζωή μας αφήνει απερίσκεπτους να βιώσουμε την γλυκιά αμαρτία ενός αφοσιωμένου έρωτα; Για την Αντλίν οι εξωγενείς παράγοντες είναι πολλοί. Κι ο πιο σημαντικό, το αρρωστημένο πάθος ενός μαύρου πολιτικού που τη θέλει και ο οποίος είναι μεγαλωμένος με την αντίληψη ότι μια μαύρη γυναίκα δεν μπορεί παρά να υπακούει πειθήνια στα κελεύσματα που αρσενικού. Η άρνησή της τον εξωθεί στα άκρη και λόγο των πολιτικών του γνωριμιών, καταφέρνει να σκοτώσει τον μύθο της αγάπης που ζει.

Από την άλλη, ο άντρας με τον οποίο μοιράζεται το όνειρό της αγάπης της, ο έλληνας Σταματέλος, βρίσκεται να ζει διχασμένος ανάμεσα σ’ ένα πρέπει και σ’ ένα θέλω. Το πρέπει είναι η οικογένεια του στην Ελλάδα και η Ατλίν το γνωρίζει, και το θέλω είναι ο έρωτας που ζει με την μαύρη γαζέλα. Κι αυτό το ολοκληρωμένο θέλω, έχει για επιστέγασμα ένα παιδί. Ο Μάικλ! Μισός έλληνας και μισός νιγηριανός. Ούτε άσπρος, ούτε μαύρος. Πού δεν ανήκει πουθενά. Ένα παιδί που απολαμβάνει την αγάπη των γονιών του αλλά όχι και της κοινωνίας. Ο μιγάς τελικά δεν είναι αποδεκτός ούτε από τους μαύρους, ούτε από τους λευκούς. Κι όταν η Ατλίν θα βρεθεί στο μεγάλο δίλημμα ή χάνει τον άντρα της ζωής της καθώς είναι κυνηγημένος με μια στημένη ιστορία από τον μαύρο πολιτικό, ή τον αφήνει να πεθάνει στις νιγηριανές φυλακές. Προτιμά να τον χάσει για πάντα οργανώνοντας την δραπέτευσή του, για να ζήσει, έστω και μακριά της. Η αγάπη δεν είναι κατακτητική και η Ατλίν βιώνει την ωραιότητα της πράξης της, έστω κι αν τώρα πια το άδειο μισό του κρεβατιού της θα το ζεσταίνει η θύμηση.

Αυτός που θα ζει πλέον με το μισό της καρδιάς του κενό, θα είναι ο νεαρός Μάικλ ο οποίος αγαπά έναν πατέρα που αγνοεί τις ρίζες του… έναν πατέρα που τον έμαθε να είναι άντρας… που του έδωσε αξίες και οράματα ζωής για να μπορεί να αντιστέκεται στις φθαρτές αξίες του καιρού μας και στις πλαστικές θεοποιήσεις που μόνον αδύναμοι καταφεύγουν και άδειοι άνθρωποι που προσπαθούν να την γεμίσουν με ότι πρόσκαιρο τους προσφέρεται. Κι όμως η απρόσμενη φυγή του πατέρα του, θα τον βυθίσει σε μια ομιχλώδη αγωνία για το ποιος είναι ο πατέρας τους.

Και κάποια στιγμή θα κάνει το μεγάλο βήμα. Αντί να κατεβεί στην μητέρα του και στη μόνη πατρίδα που γνωρίζει, για τις καλοκαιρινές τους διακοπές μιας και σπουδάζει μοριακή γενετική στο Λονδίνο, αποφασίζει με την συντροφιά του κολλητού του, να γνωρίσει την πατρίδα του πατέρα του…. Να γνωρίσει το άλλο μισό που είναι κενό, της καρδιάς του.

Όλη αυτή την πλημμυρίδα των γεγονότων, η κ. Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, τα ξετυλίγει με τη σοφή δόση του ενδιαφέροντος, για να κρατά τον αναγνώστη της σ’ αυτό το ατέρμονο ταξίδι των δύο ζωών που γεύτηκαν το μέλι της αγάπης της τρυφερότητας και της πλήρους αποδοχής αλλά που τα απρόβλεπτα της ζωής, δημιουργήματα ανθρώπων, ορμώμενων είτε από μνησικακία, είτε από εκδικητικότητα, τις σκόρπισαν. Κι αν για την Ατλίν, παρ’ όλο τον δικαιολογημένο θυμό της που στιγμές- στιγμές την κατακλύζουν για την μυστηριώδη σιωπή του αγαπημένου της, η αποδοχή της πραγματικότητας είναι μια αναγκαιότητα, για το νεαρό όμως Μάικλ είναι ανάγκη ζωής η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά και η βαθιά του λαχτάρα να γκρεμίσει τον τοίχο της σιωπής που έχει υψωθεί γύρω γι αυτό το ζήτημα. Και θέλει να μάθει. Κι έτσι όπως η συγγραφέας σε οδηγεί στους μαιάνδρους του ξετυλίγματος της ζωής του, αναρωτιέσαι: θα φτάσει τελικά; Τι είδους παιχνίδι θα του στήσει η ζωή για να του αποκαλυφθεί; Και που μέσα σε κείνη την οδύσσεια της ψυχής του, τρυπώνει απρόσμενα η αγάπη. Όπως πάντα τρυπώνει στη ζωή του καθενός. Μυστηριώδης για τους νέους ανθρώπους, θυελλώδης, όπως της πρέπει, και ανατρεπτική, όπως της αξίζει όταν είναι αληθινή. Και θα έλεγα πως είναι η ίδια η Μοίρα τπου του στέλνει αυτό τον αποκαλυπτικό έρωτα για να τον οδηγήσει μες απ’ την έξαρση και τον πόνο στην Ιθάκη της ψυχικής του αναζήτησης και την λύτρωση.

Σεν θα σας αποκαλύψω το τελευταίο μέρος του βιβλίου γιατί θέλω να βιώσετε εκείνη την πλημμυρίδα των αντιφατικών συναισθημάτων του νεαρού ήρωα.

Όταν αποφάσισα να κολυμπήσω στα άγνωστα νερά της τελευταίας εκδοτικής δουλειάς της κ. Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, αυτό που ζητούσα ήταν να με ταξιδέψει. Κι αυτό θα έλεγα το πετυχαίνει με μοναδικό τρόπο. Κάθε βιβλίο πιστεύω πως πρέπει να είναι μια αποκαλυπτική οδύσσεια… ένα ταξίδι στον μέσα και στον έξω κόσμο… μια επιβεβαίωση πως η ζωή δεν μπορεί… και δεν πρέπει να είναι μόνο χαμόγελο. Ή μόνο δάκρυ. Η αληθινή ζωή πρέπει να είναι και τα δυο. Δεν υπάρχει νόμισμα με μια μόνο πλευρά. Και η ζωή είναι ένα νόμισμα. Από μας εξαρτάται πως θα το διαχειριστούμε. Και πάνω απ’ όλα ένα βιβλίο πρέπει να είναι γνώση ψυχής. Αυτοαποκαλυπτικό, έστω κι αν μαθαίνω μέσα από τη ζωή των ηρώων του, τη ζωή και τον εαυτό μου. Κι απ’ αυτή την πλευρά, το «έτσι θέλω να θυμάμαι» είναι αποκαλυπτικό για το πόσο αδύναμη είναι η ψυχή στα παιχνίδια της Μοίρας αλλά και πόση δύναμη μπορεί να κρύβει όταν θέλει.

Ξέρετε, τα ωραία βιβλία τα θυμάται κανείς όσα χρόνια κι αν περάσουν γιατί ακριβώς θα ΄χουν πάντα κάτι να του θυμίζουν όχι μόνο για την γλαφυρότητα της γραφής τους αλλά γιατί ο δημιουργός τους χωρίς να το θέλει, άνοιξε το πορτί της ψυχής και της σκέψης του και κατέθεσε μια αλήθεια, αλλά και για να μας μαθαίνει για το πόσο ανατρεπτική και απρόσμενη είναι η ζωή.

Για τη συγγραφέα τώρα, την κ. Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου δεν έχω να πω πολλά. Έχει δοκιμαστεί κι έχει δοκιμάσει την ψυχή της στις διάφορες αρένες της συγγραφικής δημιουργίας. Στο Έτσι θέλω να θυμάμαι θα έλεγα πως δεν δοκιμάζει μόνο τις συγγραφικές της δυνάμεις αλλά βάζει και σε δοκιμασία τις προσωπικές της μνήμες. Το αποτέλεσμα; Ας σεβαστούμε ότι έτσι θέλει να θυμάται. Η μνήμη είναι μια πολύ λεπτή, ιερή αλλά και εντελώς προσωπική υπόθεση.





Δεν υπάρχουν σχόλια: