Συνέντευξη στο Vlepo με την Κατερίνα Σαμψώνα

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Η έκρηξη στο Μαρί






   Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από την χωρίς αιτία κι αφορμή έκρηξη της 11ης Ιουλίου στο Μαρί στην οποία έχασαν τη ζωή τους δεκατρείς άνθρωποι. Στις 4.27 ώρα πρωινή άναψε η πρώτη φλόγα και έκτοτε δεκατρία σπίτια έγιναν στάχτη, οι καρδιές δεκατριών οικογενειών αιμορραγούν ζητώντας απεγνωσμένα μια λογική εξήγηση, μια συγνώμη, δικαίωση. Τίποτα δεν γίνεται και ο πόνος κουρνιάζει στη λήθη, εκεί που ο χρόνος διαγράφει κι εξαγνίζει τα πάντα… Τι κι αν η Πόπη η μητέρα των διδύμων με το απροσμέτρητο σθένος της ρωτά «τι μάθαμε απ’ αυτό που έγινε; Γίναμε καλύτεροι άνθρωποι;» Μάθαμε να τιμωρούμε; Μάθαμε να λέμε αλήθειες;

Θέλω να μεταφέρω ένα απόσπασμα από το καινούργιο μου μυθιστόρημα «Τελευταίος χορός» που είναι αφιερωμένο στους δεκατρείς ήρωες του Μαρί. Θα κυκλοφορήσει αρχές του 2013.



« Η 11η Ιουλίου ήταν η κατάλληλη μέρα να κάνει το τελευταίο γύρισμα της ταινίας του. Ήταν μια σκηνή που θα κατέγραφε την ανατολή του ηλίου. Ήθελε τον ήλιο να αναδύεται μέσα από τα γαλάζια νερά της θάλασσας, και αυτή τη μέρα πίστευε πως θα είχε το ποθούμενο αποτέλεσμα, οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Είχε ψάξει στο διαδίχτυο όλες τις μετεωρολογικές προβλέψεις, η ομίχλη θα ήταν σε ορατά επίπεδα και η Ανατολή προβλεπόταν λαμπερή με λίγη καταχνιά, αυτό θα έδινε μια ενδιαφέρουσα άποψη στη σκηνή. Σαν τοποθεσία επέλεξε το Governor΄s Beach, καμιά εξηνταριά χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Ύστερα από πολλή σκέψη αποφάσισε πως αυτό ήταν το πιο ευνοϊκό σημείο να στήσει τις κάμερες. Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο ήταν νύχτα, και οι έρημοι δρόμοι τον βοηθούσαν να αναπτύσσει ταχύτητα.

Στις 4.00 η τοποθεσία ήταν ακόμα βυθισμένη στο σκοτάδι με μια υπερκόσμια σιωπή που διακοπτόταν μονάχα από τον παφλασμό των κυμάτων. Άναψε τσιγάρο και γέμισε την κούπα καφέ από ένα θερμός πλάι του. Το μάτι του έμεινε προσηλωμένο στο σκοτάδι που διαλυόταν αργά κι ένα αμυδρό φως ξεπετιόταν από μια σχισμή ουρανού, βουτηγμένο στην ομιχλώδη πάχνη. Απ’ τα φύλλα των δέντρων έσταζε δάκρυ δροσιάς, λες και η νύχτα αποχωρούσε με ένα πόνο, μια θλίψη άγνωστη σε μας… Ένα κοτσύφι τέντωσε τα φτερά κι έβγαλε μικρή φωνή βγαίνοντας από τη φωλιά. Την ώρα που ξυπνούσε η φύση, βρισκόταν μονάχος με τον Θεό! Κατέβηκε απ’ το τζιπάκι κι έστησε τη κάμερα στην άμμο προς την ανατολή, προσπαθώντας να εστιάσει το φακό στο σωστό σημείο. Η θάλασσα πλάι του γουργούριζε ευχάριστα και τα πουλιά κρατούσαν μια απόκοσμη συντροφικότητα. Μέσα του ήταν πλημμυρισμένος από μια γλυκιά εσωτερική γαλήνη. Περίμενε.

Ώρα 04.27. Στο φακό φάνηκαν οι πρώτες χρυσές αποχρώσεις, μια ανάσα για να πετύχει το στόχο του. Περιμένει με το μάτι ατάραχο πίσω από τον φακό. Λεπτό προς λεπτό θα σκάσει η πρώτη ηλιαχτίδα, η καρδιά κτυπά άτακτα στο στήθος του. Κάτι γίνεται… οι εικόνες αλλάζουν, ο φακός γεμίζει από μια λάμψη που δεν είναι αυτή που περιμένει, μετατοπίζεται απ’ τον στόχο του λίγα μέτρα δεξιότερα και μένει άφωνος. Μια εκθαμβωτική λάμψη που όλο θεριεύει και πύρινες γλώσσες αγγίζουν τον ουρανό. Αλλοίμονο, αυτό δεν έχει να κάνει με την ανατολή που περίμενε. Μια επικίνδυνη φωτιά απειλεί να καταπιεί το τοπίο. Το θέαμα τον συναρπάζει μα και τον φοβίζει. Το χέρι του για μια στιγμή παραλύει, αλλά μια φωνή μέσα του τον υποκινεί «μην σταματάς» και η κάμερα καταγράφει την πύρινη λαίλαπα. Οι σειρήνες της πυροσβεστικής λίγα λεπτά αργότερα σπάζουν την ηρεμία του πρωινού και σμίγουν με το κλάμα των σκυλιών. Δεν μπορεί να υπολογίσει την απόσταση της φωτιάς, αλλά άρχισε να νιώθει βαριά την ατμόσφαιρα γύρω του και τα μάτια του να τσούζουν απ’ την κάπνα.

Ώρα 5.30. Το πρώτο ημικύκλιο του ήλιου κάνει την εμφάνισή του πέρα στον ορίζοντα. Μέσα στη θολούρα του μαύρου καπνού δυσκολεύεται να πιάσει τις σωστές εικόνες. Ωστόσο αγνοεί την κάψα των ματιών του που όλο χειροτερεύει και επιμένει να καταγράφει όταν, μια εκκωφαντική έκρηξη ταρακούνησε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ούτε που κατάλαβε πώς βρέθηκε πεσμένος στην άμμο με τα αυτιά του να αιμορραγούν. Σαν σεισμός στην κλίμακα 4 ρίχτερ έκανε τη θάλασσα να σηκώσει ψηλά μανιασμένα κύματα. Σκηνές από τσουνάμια έκαναν την καρδιά του να χοροπηδά στο στήθος του. Τι μπορεί να συμβαίνει; Πρώτα η φωτιά και ύστερα εκρήξεις. Μην έχουμε πόλεμο; Ξέρει πως κάπου εκεί μέσα βρίσκεται η Ναυτική Βάση. Τώρα η αγωνία του κορυφώνεται… Τι να απόγιναν τα παιδιά που υπηρετούν; Μένει πεσμένος στο έδαφος αναποφάσιστος αν πρέπει να μείνει ή να φύγει. Φοβάται… φοβάται πολύ. Όμως κάτι μέσα του τον παρακινεί να συνεχίσει το έργο του. Δυσκολεύεται να σηκωθεί, τα πόδια του τρέμουν, το ίδιο και η καρδιά του. Τα αυτιά του πονάνε από τις απανωτές εκρήξεις. Ο φακός γεμίζει από ρουκέτες που εκτοξεύονται στο στερέωμα προς άγνωστο στόχο. Όλα μοιάζουν με κινηματογραφική ταινία. Η γη συνεχώς κουνιέται και τα φύλλα των δέντρων φεύγουν με τον άνεμο. Βιβλικές εικόνες κατακλύζουν το μυαλό του, μην ήρθε το τέλος του κόσμου; Ο καπνός και οι αναθυμιάσεις του φέρνουν βήχα και δάκρυα. Κοιτάει προς τη μεριά του κακού. Ένας μεγάλος άσπρος καπνός σαν τεράστιο μανιτάρι υπερίπταται πάνω από τη θάλασσα. Τα μέλη του παραλύουν. Πρέπει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να συνεχίσει να καταγράφει λεπτό προς λεπτό, ίσως αυτό να είναι το μοναδικό ντοκουμέντο μαρτυρίας γι αυτό που συμβαίνει. Όσο καταγράφει, εικόνες από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι κάνουν μια γρήγορη διαδρομή στη σκέψη του… ένας απέραντος πόνος σκίζει την καρδιά του. Οι αντοχές του τον εγκαταλείπουν, αφήνει κάτω την κάμερα και αναλύεται σε λυγμούς.

Δεν είχε κανένα σκοπό να τα παρατήσει και να φύγει. Να μάθει ήθελε, μπήκε στο τζιπ, και πήρε την κατεύθυνση της έκρηξης. Άνοιξε το ραδιόφωνο, ο εκφωνητής εκείνη την ώρα μ’ ένα δισταγμό στη φωνή έβγαζε έκτακτη είδηση.

«Ισχυρή έκρηξη έσπειρε το θάνατο. Φωτιά ξέσπασε ανάμεσα στη Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης στο Ζύγι και στον Ηλεκτροπαραγωγικό Σταθμό της ΑΗΚ στο Βασιλικό. Στη Ναυτική Βάση υπήρχαν 98 κιβώτια πυρομαχικών που είχαν κατασχεθεί το 2009 από πλοίο που είχε προορισμό τη Συρία κι έκτοτε έμεναν αφύλακτα κάτω από υψηλές θερμοκρασίες. Μέχρι στιγμής έχουν ανακοινωθεί δώδεκα νεκροί, μεταξύ αυτών ο Διοικητής της Ναυτικής Βάσης, τρεις ναύτες και έξη πυροσβέστες και πλήθος τραυματίες. Σκόνη και καπνός καλύπτει τα πάντα σε ακτίνα 5 έως 10 χιλιομέτρων. Πτώματα έχουν εκσφενδονιστεί στους λόφους εκατοντάδες μέτρα μακριά. Ο ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός της ΑΗΚ καταστράφηκε ολοσχερώς! Εξετάζονται τα αίτια της έκρηξης για να αποδοθούν ευθύνες».

Κατάλαβε σωστά, η έκρηξη έγινε στη Ναυτική Βάση. Απελπισία και πανικός του ανεβάζουν τη λίμπιντο. Πατά γκάζι. Το ουρλιαχτό των ασθενοφόρων που τον προσπερνούν, του παγώνουν το αίμα. Τα ακολουθεί, βιάζεται να μάθει για τους ναύτες… Όσο πλησιάζει η ορατότητα δυσκολεύει. Κάτι σαν αδιαπέραστη ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα, ανάβει τα φώτα και ελαττώνει ταχύτητα. Η μυρωδιά καμένου είναι έντονη, ο δρόμος έχει γεμίσει αντικείμενα που εκτοξεύτηκαν από την έκρηξη. Όσο πλησιάζει θυμός και αγανάκτηση τον κυριεύουν, πώς άφησαν αφύλακτο εύφλεκτο στρατιωτικό υλικό; Ο εκφωνητής είπε «θα αποδοθούν ευθύνες» αυτό κι αν είναι είδηση! Το τηλέφωνο του καλεί. Το ενεργοποιεί και ακούει πανικόβλητη τη φωνή της Άννας.

«Το είπε στις ειδήσεις, έγινε μεγάλο κακό, Αλέκο γύρνα πίσω, πολλά λέγονται για αναθυμιάσεις από τις εκρήξεις».

«Έρχομαι μην ανησυχείς». Όμως αυτός δεν μπορεί να επιστρέψει, θέλει να δει να μάθει από πρώτο χέρι τι απόγιναν οι ναύτες! Τότε θυμάται το όνειρο…. Ο αετός με άσπρα φτερά σήκωσε τα πουλιά στις φτερούγες και χάθηκε…. Τα φτερά έφευγαν με τον άνεμο. Και οι ναύτες στο θάνατο…



Επικρατεί πανικός. Κόσμος μαζεύεται απ’ την γύρο περιοχή, γονείς που ψάχνουν τα παιδιά τους στην πύρινη λαίλαπα, μάτια γεμάτα τρόμο, με μια υστερική απόγνωση, μια προσευχή, μια ικεσία… να μην βρίσκονται οι δικοί τους μέσα εκεί… Δεν τολμούν να προφέρουν τις λέξεις, δεν αντέχουν να ολοκληρώσουν τη φράση, μόνο κοιτάνε με παγωμένη ματιά αυτό που δεν έχει λόγια να περιγράψουν… Μια μάνα στέκει ακίνητη σαν μαρμαρωμένη, τρυπώνει το βλέμμα στο λευκό νέφος που αγγίζει τον ουρανό «είχα κι εγώ δυο παιδιά, δίδυμα και ταξιδεύουν αντάμα» λες και τα ξεχωρίζει μέσα στο πυκνό νέφος, το πρόσωπό της κρατά μια γαληνεμένη έπαρση, γιατί ξέρει πως και η δική της ψυχή έχει ήδη σαλπάρει… Ο Αλέκος την κοιτάζει κι απορεί «πώς το ξέρεις;»

«Μου τηλεφώνησαν νωρίς την αυγή…»

Οι δίδυμοι Μιλτιάδης και Χριστάκης

 
Την ώρα της Ανατολής εκτροχιάστηκαν τα όνειρα, την ώρα που δάκρυσε ο ήλιος, την ώρα που πεθαίναμε!



Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Τελευταίος χορός»

Δεν υπάρχουν σχόλια: